Επετειακά- Αφειρώματα

 

 

mloizos.gifΜάνος Λοΐζος

Ernesto Che Guevara

  • Περικλής Κοροβέσης
  • Γρηγόρης Ψαριανός

>>>>>

Συγχρονοι ”Ελληνες”…

 

  • Περικλής Κοροβέσης
  • Γρηγόρης Ψαριανός

εκτός των άλλων τελευταία … εκλεγμένοι Βουλευτές με το ΣΥ.ΡΙΖ.Α

Δημιουργήθηκε από τους γονείς του και ύστερα από ενιάμηνη κύηση γεννήθηκε στο Αργοστόλι Κεφαλληνίας, το 1941. αυτό ήταν και η μεγαλύτερη επιτυχία της ζωής του, που πέρασε απαρατήρητη λόγω των φασιστικών βομβαρδισμών του νησιού. Από μικρός είχε την τάση να χαζεύει και να ασχολείται με πράγματα που ελάχιστα ως καθόλου ενδιέφεραν τους άλλους. Και αυτό φαίνεται να διαμόρφωσε το υποσυνείδητο του γιατί το ίδιο κάνει και τώρα. Γράφει βιβλία, άλλοτε λογοτεχνικά, άλλοτε θεατρικά, άλλοτε παιδικά και άρθρα που βρίσκουν φιλόξενη στέγη στην «Ελευθεροτυπία», στην «Εποχή», και στο «Δίφωνο». Όταν είναι μεθυσμένος ενοχλεί τους θαμώνες του μαγαζιού, απαγγέλλοντας δικά του ποιήματα, αλλά το ανέχονται γιατί έχει γράψει το πρώτο αντιχουντικό βιβλίο, τους «ανθρωποφύλακες» που κυκλοφόρησε παράνομα στην Ελλάδα και νόμιμα στο εξωτερικό, το 1969.

Έχει κάνει και κάτι σπουδές, Θέατρο με τον Ροντήρη, Σημειολογία με τον Μπαρτ και παρακολούθησε μαθήματα του Βιντάλ Νακέ, που του χρησίμεψαν για να γεμίζουν το βιογραφικό του στα αυτιά των βιβλίων του. www.galera.gr

… Ολόκληρη η συνέντευξη του Περικλή Κοροβέση

στον Σταύρο Θεοδωράκη…δείτε την (αν δεν την είδατε)…αξίζει!

Γρηγόρης Ψαριανός

Ο Γρηγόρης Ψαριανός προσεύχεται υπέρ της σωτηρίας των ψυχών για τα μέλη του ΕΣΡ, σε μια συνέντευξη αντάξια της φήμης που τον συνοδεύει….«Αυτές οι επιτροπές παίζουν το ρόλο του μουλαριού!»

Κάποιο πρωινό του Σεπτεμβρίου του 1994 ανακάλυψα τον Γρηγόρη Ψαριανό. Εγώ επιβάτης σε ταξί σε μια καυτή, μποτιλιαρισμένη Αθήνα κι αυτός μια φωνή του ραδιοφώνου. Τον άκουσα να γελάει δυνατά και να βρίζει τον διαιτητή Βασσάρα! Ο ταξιτζής, λίγο αμήχανα, με ρώτησε αν με ενοχλούν οι «κακές» λέξεις του εκφωνητή και αν θέλω ν’ αλλάξει σταθμό. Πώς θα μπορούσαν να με ενοχλούν; Τον ακούσαμε μέχρι τέλους. Από τότε τον ακούω κάθε μέρα επί 11 χρόνια. Και από τότε, σχεδόν κάθε μέρα, μου τηλεφωνεί ο φίλος μου ο Χρήστος, ταξιτζής κι αυτός, που κόλλησε το μικρόβιο του Ψαριανού, για να σχολιάσουμε τα όσα ακούμε. Και εξοργίζεται γιατί αναγκάζεται να το χαμηλώσει ή ν’ αλλάξει σταθμό όταν σεμνότυφοι και γέροι κάθε ηλικίας του κάνουν παράπονα για τα «παλιόλογα» της εκπομπής…συνέχεια

… δεν τα ”ανεβάζουμε” άμεσα λόγω έλλειψης … χώρου GB. >>>>>

«Ο Μάνος ήταν μια πλαγιά πολύχρωμα λουλούδια που έλαμπαν καθώς τα χτυπούσε ο ήλιος. Και θα λάμπουν για πάντα και πιο πολύ ο Μανος θα υπάρχει και θα λάμπει στον κόσμο αυτός ο μοναδικός ήλιος: Η καρδιά του ανθρώπου«.

Μίκης Θεοδωράκης

… 24 ολόκληρα χρόνια από την ημέρα εκείνη στις 17 του Σεπτέμβρη. Εκείνο το απόγευμα της Παρασκευής που το ραδιόφωνο ανήγγειλε πώς ο Μάνος Λοϊζος, ο ταλαντούχος, ο ασυμβίβαστος, ο ρομαντικός, ο πηγαίος δεν υπήρχε πια. Είχε αφήσει την τελευταία του πνοή, πολλά χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα, σ΄ ένα νοσοκομείο της Μόσχας. Ο Μάνος, ο αγωνιστής της τέχνης, ο καλλιτέχνης του αγώνα της εργατικής τάξης, που είχε «ταξιδέψει» στα πέλαγα της μελωδίας του, είχε πλέον περάσει από τη μνήμη στην καρδιά.

«τώρα που τα πολυβόλα ξανάρχισαν, τώρα που ο Μπράουν, ο Φίσερ κι ο Κράφτ φτιάχνουν έξυπνα όπλα κι όχι τανκς.

Τώρα που ο Τσε αφουγκράζετε το κίνημα κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.

Τώρα που τα εμβατήρια που μας μαθαίνουν είναι τηλεοπτικές σκυλοτροφές.

Τώρα που τον Νέγρο Τζο, τον ήρωα και κουλοχέρη, τον ξαναστέλνουν στη Γιουγκοσλαβία, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ στο Λίβανο και στην Παλαιστίνη για το δεύτερο χέρι.

Τώρα που ο μικρός καφενές έγινε «τουριστικά είδη».

Τώρα που ΟΛΑ ΤΟΝ ΘΥΜΙΖΟΥΝ, απλά κι αγαπημένα….

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια στις 22 Οκτωβρίου 1937. Από νωρίς έδειξε την κλίση του για τη μουσική μαθαίνοντας βιολί και μετά κιθάρα. Το 1955 ήρθε στην Αθήνα για να ξεκινήσει τις σπουδές του στη φαρμακευτική, την οποία εγκατέλειψε για την Εμπορική Σχολή, την οποία επίσης άφησε λόγω του πάθους του για τη μουσική, που τελικά τον κέρδισε. Κατά καιρούς εργάστηκε ως σερβιτόρος, γραφίστας και το 1962 πέρασε στο χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, μελοποιώντας το ποίημα του Λόρκα, «Το τραγούδι του δρόμου». Από τότε και μέχρι το 1981, υπογράφει δώδεκα προσωπικούς δίσκους, συνεργάζεται με τους καλύτερους δημιουργούς και ερμηνευτές, αλλά, το κυριότερο, γράφει τραγούδια που μιλούν στην ψυχή του κόσμου.

Το 1964 συνεργάζεται με το Μίκη Θεοδωράκη και τον Μιχάλη Κακογιάννη στην επιθεώρηση που ανέβηκε στο θέατρο Παρκ, την «Όμορφη Πόλη». Εκεί ο Λοΐζος αναλαμβάνει τη διεύθυνση της χορωδίας. Το 1964 μαζί με το Διονύση Σαββόπουλο και τη Μαρία Φαραντούρη εμφανίζονται στη «Στοά» στο Κολωνάκι, όπου γνωρίζει την Κωστούλα Μητροπούλου και γράφουν μαζί τον «Δρόμο» και τον «Στρατιώτη». Το Φεβρουάριο του 1967 η Μαρία Φαραντούρη και ο Γιώργος Ζωγράφος παρουσιάζουν τα «Νέγρικα» για πρώτη φορά σε φοιτητικές συναυλίες, ενώ τα ίδια τραγούδια ερμηνεύουν τον Απρίλη του ίδιου χρόνου στην συγκέντρωση της ΕΦΕΕ ξανά η Μαρία Φαραντούρη και ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ο δίσκος, σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη κυκλοφορεί οκτώ χρόνια μετά.

Το 1968 κυκλοφορεί τον πρώτο μεγάλο του δίσκο, τον «Σταθμό», σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και ερμηνευτές το Γιάννη Καλατζή, τη Λίτσα Διαμάντη, τον Δημήτρη Ευσταθίου και τον Γιώργο Νταλάρα.

Το 1970, οι «Θαλασσογραφίες» έφεραν στο προσκήνιο ένα ακόμα ανομολόγητο ταλέντο του εσωστρεφή δημιουργού. Η πρώτη επαφή του Μάνου Λοΐζου με το μικρόφωνο κατεγράφη με το τραγούδι «Σεβάχ ο Θαλασσινός» αν και αρχικά ήταν ένα τόλμημα, μια κίνηση αυθορμητισμού ή μια βαθύτερη εσωτερική ανάγκη του συνθέτη να εκφραστεί μέσα απ’ την αλλιώτικη διέξοδο της ερμηνείας, έφτανε η βαθύτερη της αλήθεια για να βρει τη μεγαλύτερη ανταπόκριση απ’ το κοινό και να τον ενθαρρύνει θετικά για να συνεχίσει αυτή την ιδιότητα, με την ίδια και απαράμιλλη ευαισθησία… Ο Γιώργος Νταλάρας, ο Γιάννης Πάριος, ο Γιάννης Καλατζής και η Μαρίζα Κωχ ερμήνευσαν τα τραγούδια της δεύτερης δισκογραφικής συνεργασίας του με το Λευτέρη Παπαδόπουλο, ενώ η «Τζαμάικα», ο «Καφενές» και τα «Δέκα παλικάρια» βρίσκονται σήμερα στις πρώτες θέσεις των διαχρονικότερων κομματιών της ελληνικής μουσικής σκηνής.

Το 1971 ο Μάνος Λοΐζος ανέλαβε τη μουσική της κινηματογραφικής ταινίας του Αλέξη Δαμιανού «Ευδοκία», η οποία του έδωσε την έμπνευση να δημιουργήσει το ομώνυμο ζεϊμπέκικο, το κλασσικό και το ωραιότερο ζεϊμπέκικο όλων των εποχών! Μια ιστορία αναφέρει πως ο Μάνος παρακαλούσε το Λευτέρη Παπαδόπουλο να του γράψει στίχους, αλλά ο επιστήθιος φίλος του δεν συμφώνησε με την ιδέα του και παρόλο που είχε σκεφτεί κάποια λόγια δεν του τα έδωσε ποτέ, γιατί πίστευε ακράδαντα πως ένα τέτοιο κομμάτι έπρεπε να παραμείνει ατόφιο…

Έπειτα από λίγο καιρό η ταινία του Ορέστη Λάσκου «Διακοπές στη Κύπρο», της οποίας ήταν υπεύθυνος για τη μουσική της επιμέλεια, οδήγησε το Μάνο στο νησί της Αφροδίτης. Εκεί έμελλε να γνωρίσει το δεύτερο μεγάλο έρωτα της ζωής του και τη κατοπινή σύζυγό του, Δώρα Σιτζάνη, την οποία παντρεύτηκε το 1978.

Η άνοιξη του 1973 ετοίμασε πρόσφορο έδαφος στη συνεργασία του ασυμβίβαστου μουσικού με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου. Η δισκογραφική τους ένωση «άνθισε» το Πάσχα του επόμενου χρόνου και ανυψώθηκε χάρη στις ηλιόλουστες στιγμές του έργου τους «Καλημέρα ήλιε», με τις λαμπρές ερμηνείες των τότε πρωτοεμφανιζόμενων Κώστα Σμοκοβίτη, Αλέκας Αλιμπέρτη και Χαρούλας Αλεξίου. Ωστόσο το ομώνυμο τραγούδι που απ’ τη πρώτη στιγμή δεν πέρασε απαρητήρητο, σφραγίστηκε από τη στιχουργική έμπνευση του Μάνου Λοΐζου και παρέδωσε τη σκυτάλη της επιτυχίας στo «Μια καλημέρα», «Με φάρο το φεγγάρι», «Θα έρθει μόνο μια στιγμή», «Δώδεκα παιδιά», και «Όταν σε είδα να ξυπνάς». Η κυκλοφορία του επόμενου δίσκου «Τα τραγούδια του δρόμου» πιστοποίησαν μια σπάνια μουσική μορφή που ύμνησε με άριστο τρόπο τη φράση πως «τίποτα δεν είναι τυχαίο σ’ αυτή τη ζωή»… Η άσβεστη φλόγα της ερμηνείας που σιγόκαιγε ανέκαθεν μέσα του, πρόσφερε τα πιο ιδιαίτερα ακούσματα στα τραγούδια του «Δρόμου», του «Ακορντεόν» και του «Μη με ρωτάς» και διεύρυνε το μέγεθος της καλλιτεχνικής του αξίας που, σε συνοχή με τις ερμηνευτικές κορυφώσεις του Βασίλη Παπακωνσταντίνου στο «Στρατιώτη» και στο «Γ’ Παγκόσμιο», αποτέλεσαν την ανατρεπτικότερη μουσική κιβωτό στη παλίρροια της σκέψης και των πολλαπλών βιωμάτων του.

Στις αρχές του 1976 κυκλοφορούν «Τα τραγούδια μας» με τον Γιώργο Νταλάρα, σε στίχους Φώντα Λάδη,

Σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη και του Πυθαγόρα, «Τα τραγούδια της Χαρούλας» τον Ιούνιο του 1979 περιέβαλλαν μια συνεργασία που ολοκληρώθηκε έπειτα από πολλές ώρες δουλειάς και έντονων ανθρώπινων στιγμών. Ο Μάνος παίδεψε πολύ τον Μανώλη Ρασούλη για να πετύχει το αποτέλεσμα που ονειρευόταν, χωρίς να αποφύγει να «παιδέψει» τον εαυτό του στις μελωδίες που του χάρισε η έμπνευσή του. Αρκεί να τονίσουμε πως όλα αυτά συνέβησαν σε μια εποχή που τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα δεν βρίσκονταν στην υπηρεσία της μουσικής και εκείνος σκαρφιζόταν διάφορα τεχνάσματα για να «βάψει» τις συνθέσεις του με ηχοχρώματα που δεν θα θύμιζαν ούτε στο παραμικρό τη λίστα των πολιτικών τραγουδιών που είχε παρουσιάσει μέχρι τότε. Ξεχώρισε ο «Φαντάρος», το «Πες μου πως γίνεται», το «Γύφτισα τον εβύζαξε» και το υπέροχο «Τίποτα δεν πάει χαμένο».

Ο τελευταίος του δίσκος κυκλοφορεί περίπου δύο χρόνια αργότερα και έχει τίτλο «Για μια μέρα Ζωής». Οι στίχοι των τραγουδιών ανήκουν στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, το Μανώλη Ρασούλη, το Φώντα Λάδη, τον Τάσο Λειβαδίτη, τη Δώρα Σιτζάνη και στον ίδιο. Ερμηνευτές ήταν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Δώρα Σιτζάνη, ο ίδιος ο Λοΐζος και για πρώτη φορά η Δήμητρα Γαλάνη. Η χρονιά κλείνει με σειρά συναυλιών παρέα με τον Θάνο Μικρούτσικο και τον Χρήστο Λεοντή.

Ο Μάνος Λοΐζος ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας μέχρι το θάνατό του.

Ο Μάνος έπασχε από νεφρική ανεπάρκεια και προβλήματα πίεσης, γι’ αυτό και οι συναυλίες που ακολούθησαν στις μεγαλύτερες πόλεις του εξωτερικού τον Μάιο του 1981 κλόνισαν τον, ήδη επιβαρυμένο, οργανισμό του. Οι συναυλίες που αποφάσισε να δώσει ανά την ελληνική επικράτεια με το Θάνο Μικρούτσικο και το Χρήστο Λεοντή τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, ήταν και οι τελευταίες… Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει και τα πρώτα σημάδια φανέρωναν πως ετοιμαζόταν να ταξιδέψει σε άλλη διάσταση. Ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 8 Ιουνίου 1982, κρίθηκε απαραίτητη η νοσηλεία του στο Γενικό Κρατικό. Έπειτα από δύο μήνες, η απόφασή του να ταξιδέψει μέχρι τη Μόσχα για περαιτέρω εξετάσεις και γνωματεύσεις από ειδικούς γιατρούς δεν πρόλαβαν να οδηγηθούν στο φως, αφού η μοίρα διάλεξε να έχει διαφορετικά σχέδια για τη ζωή του και το δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο ήρθε χωρίς προειδοποίηση στις 7 Σεπτεμβρίου. Δέκα μέρες μετά, στις 17 Σεπτεμβρίου 1982 άφησε τη τελευταία του πνοή σε ένα κόσμο που θα έχει πάντα ανάγκη τη γνώση, τη σοφία, την ευαισθησία, την ευγένεια που πήγαζε απ’ τα βάθη της ψυχής του, τις ακράδαντες ηθικές αξίες και την αισθητική του. Ακριβώς 22 χρόνια μετά το τελευταίο του ταξίδι, ανοίγουμε το ραδιόφωνο και ακούμε τους ίδιους στίχους, λες και ο Μάνος τους εμπνεύστηκε μόλις χθες…

Έλα κράτησέ με

και περπάτησέ με

μες στο μαγικό σου το βυθό

πάρε με μαζί σου

στο βαθύ φιλί σου

μη μ’ αφήνεις μόνο, θα χαθώ…

Σ’ ακολουθώ…

Μετά το θάνατό του κυκλοφόρησαν άλλοι δύο δίσκοι. Τα «Γράμματα στην αγαπημένη» του Ναζίμ Χικμέτ, σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου και ένας κύκλος παιδικών τραγουδιών με την ονομασία «Κάτω από ένα κουνουπίδι», που έγραψε με τον Γιάννη Νεγρεπόντη.

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

1968. «Ο σταθμός» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Γιάννης Καλατζής, Λίτσα Διαμάντη, Δημήτρης Ευσταθίου και Γιώργος Νταλάρας. Επίσης περιέχονται και πέντε ορχηστρικά κομμάτια. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο.

1970. «Θαλασσογραφίες» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Γιάννης Καλατζής, Γιώργος Νταλάρας, Μαρίζα Κωχ, Γιάννης Πάριος και ο ίδιος ο συνθέτης. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο.

1971. «Ευδοκία» (Minos). Η μουσική που συνόδευε την ομώνυμη ταινία του Αλέξη Δαμιανού. Ο Μάνος Λοΐζος συμμετέχει απαγγέλλοντας στην «Ανάμνηση».

1971. «Ο μέτοικος» (Minos). Ερμηνεύει ο Γιώργος Νταλάρας. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο.

1972. «Νάχαμε, τι νάχαμε» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Γιώργος Νταλάρας και Γιάννης Καλατζής. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο.

1974. «Καλημέρα ήλιε» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Κώστας Μοσκοβίτης, Χάρις Αλεξίου, Αλέκος Αλιμπέρτης και ο ίδιος ο συνθέτης. Οι στίχοι ανήκουν στο Δημήτρη Χριστοδούλου και στο Μάνο Λοΐζο.

1974. «Τα τραγούδια του δρόμου» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Αλέκα Αλιμπέρτη, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Χορωδία Γιώργου Κακίτση και ο ίδιος ο συνθέτης. Οι στίχοι ανήκουν στο Γιάννη Νεγρεπόντη, στο Δημήτρη Χριστοδούλου, στο Νίκο Γκάτσο και στο Μάνο Λοΐζο.

1974. «Η ατίθαση» (Minos). Ερμηνεύει η Ελένη Ροδά. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο.

1975. «Τα νέγρικα» (Minos). Ερμηνεύει η Μαρία Φαραντούρη και συμμετέχει ο Μανώλης Ρασούλης. Οι στίχοι ανήκουν στο Γιάννη Νεγρεπόντη.

1976. «Τα τραγούδια μας» (Minos). Ερμηνεύει ο Γιώργος Νταλάρας. Οι στίχοι ανήκουν στο Φώντα Λάδη. Ο δίσκος έγινε πλατινένιος.

1979. «Πρώτες εκτελέσεις» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Γιώργος Νταλάρας, Γιάννης Καλαντζής, Χάρις Αλεξίου, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μαρία Φαραντούρη, Δημήτρης Ευσταθίου, Αλέκα Αλιμπέρτη, Κώστας Μοσκοβίτης και ο ίδιος ο συνθέτης.

1979. «Τα τραγούδια της Χαρούλας» (Minos). Ερμηνεύει η Χάρις Αλεξίου και συμμετέχει ο Δημήτρης Κοντογιάννης. Οι στίχοι ανήκουν στο Μανώλη Ρασούλη και στο Πυθαγόρα. Ο δίσκος έγινε πλατινένιος.

1980. «Για μια μέρα ζωής» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Δήμητρα Γαλάνη, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Δώρα Σιτζάνη και ο ίδος ο συνθέτης. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο, στο Μανώλη Ρασούλη, στη Δώρα Σιτζάνη, στο Φώντα Λάδη, στο Τάσο Λειβαδίτη και στο Μάνο Λοΐζο.

1981. «Τα τραγούδια της χτεσινής μέρας» (Minos). Ερμηνεύουν τραγούδια σε δεύτερη εκτέλεση οι: Χάρις Αλεξίου και Δήμητρα Γαλάνη. Ο δίσκος έγινε πλατινένιος.

1982. «Φοβάμαι» (Minos). Ερμηνεύει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Οι στίχοι του «Σ’ ακολουθώ» και «Πρώτη Μαΐου ανήκουν στο Μάνο Λοΐζο. Οι στίχοι του «Χαράματα Ομόνοια» ανήκουν στο Μανώλη Ρασούλη. Ο δίσκος έγινε χρυσός.

1983. «Γράμματα στην αγαπημένη» (Minos). Ερμηνεύει ο ίδιος ο συνθέτης με μια κιθάρα. Η ποίηση ανήκει στο Ναζίμ Χικμέτ και την ελληνική απόδοση επιμελήθηκε ο Γιάννης Ρίτσος.

1984. «Μεγάλες στιγμές» (Minos). Ερμηνεύει η Μαρινέλλα. Περιέχεται το «Παλιό ρολόι» σε μουσική του Μάνου Λοΐζου και στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου σε δεύτερη εκτέλεση.

1984. «Τα μεγάλα τραγούδια» (Minos). Ερμηνεύει ο Σταμάτης Κόκκοτας. Περιέχεται το «Δεν θα ξαναγαπήσω» σε μουσική του Μάνου Λοΐζου και στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου σε δεύτερη εκτέλεση.

1985. «Ο δρόμος του Μάνου 1962 – 1982» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Αλέκα Αλιμπέρτη, Νίκος Αντωνιάδης, Μπάμπης Αντωνίου, Δήμητρα Γαλάνη, Λίτσα Διαμάντη, Δημήτρης Ευσταθίου, Γιάννης Καλατζής, Αλέκα Μαβίλη, Μάνος Παπαδάκης, Γιάννης Πουλόπουλος, Ελένη Ροδά και Ζωή Φυτούση.

1985. «Μάνος Λοΐζος: Αφιέρωμα / Ολυμπιακό Στάδιο» (Minos). Η ηχογράφηση της συναυλίας με τραγούδια του Μάνου Λοΐζου το Σεπτέμβριο του 1985 στο Ολυμπιακό Στάδιο. Ερμηνεύουν οι: Γιώργος Νταλάρας, Χάρις Αλεξίου, Δήμητρα Γαλάνη, Γιάννης Καλατζής και Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

1985. «Χάνομαι γιατί ρεμβάζω» (Minos). Ερμηνεύει η Δήμητρα Γαλάνη και συμμετέχει συνοδέυοντάς την το συγκρότημα «Χάνομαι γιατί ρεμβάζω». Οι στίχοι του «Καρτ – Ποστάλ» ανήκουν στον Άκο Δασκαλόπουλο.

1988. «Μάνος Λοΐζος 1» (Minos). Κασετίνα που περιέχει τους δίσκους «Ο σταθμός», «Θαλασσογραφίες», «Νάχαμε, τι νάχαμε», «Καλημέρα ήλιε», «Τα νέγρικα», «Τα τραγούδια του δρόμου» και «Τα τραγούδια μας».

1988. «Μάνος Λοΐζος 2» (Minos). Κασετίνα που περιέχει τους δίσκους «Ευδοκία», «Τα τραγούδια της Χαρούλας», «Για μια μέρα ζωής», «Γράμματα στην αγαπημένη», «Ο δρόμος του Μάνου 1962 – 1982» και «Μάνος Λοΐζος: Αφιέρωμα».

1989. «Μνήμες» (FM).Ο δίσκος περιέχει ορχηστρικές διασκευές των σημαντικότερων τραγουδιών του συνθέτη.

1991. «Η Αλίκη δικτάτωρ» (Lyra). Η μουσική που συνόδευε την ομώνυμη ταινία του Τάκη Βουγιουκλάκη. Ο δίσκος περιέχει πέντε τραγούδια σε μουσική του Μάνου Λοΐζου και στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ερμηνεύουν οι: Αλίκη Βουγιουκλάκη, Λαυρέντης Διανέλλος και Ευαγγελία Σαμιωτάκη.

1992. «Οι μπαλάντες του Μάνου» (Minos). Ερμηνεύει ο ίδιος ο συνθέτης. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο, στο Γιάννη Νεγρεπόντη, στο Νίκο Γκάτσο, στον Άκο Δασκαλόπουλο, στο Ναζίμ Χικμέτ, στη Κωστούλα Μητροπούλου και στο Μάνο Λοΐζο.

1993. «Roots of Greek music: Manos Loizos» (Μύθος). Ο δίσκος περιέχει ορχηστρικές διασκευές των σημαντικότερων τραγουδιών του συνθέτη.

1993. «Αλίκη μου, Δημήτρη μου» (EMI). Τα τραγούδια που συνόδευαν τις κινηματογραφικές επιτυχίες της Αλίκης Βουγιουκλάκη και του Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Ο δίσκος περιέχει πέντε τραγούδια («Όταν κλαίει ένας άντρας», «Τζαμάικα», «Του βαρκάρη ο γιος», «Ρίξε δώδεκα μαχαίρια», «Ανέβα στο χαγιάτι μου») σε μουσική του Μάνου Λοΐζου και στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου.

1995. «Κάτω από ένα κουνουπίδι» (Μεσόγειος). Παιδικά τραγούδια. Ερμηνεύουν οι: Λουκιανός Κηλαηδόνης, Αφροδίτη Μάνου, Κώστας Θωμαΐδης, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Τάνια Τσανακλίδου, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας και Ελένη Τσαλιγοπούλου. Οι στίχοι ανήκουν στο Γιάννη Νεγρεπόντη. Το «Μεθυσμένο παπί» και το «Κάτω από ένα κουνουπίδι» δεν ηχογραφήθηκαν στο studio. Προτιμήθηκαν οι πρώτες μαγνητοφωνήσεις του συνθέτη με το κασσετόφωνό του.

»Έγειρες στη γη να κοιμηθείς

κι έγινε η καρδιά σου κυπαρίσσι

σου ‘πα θα πεθάνω αν σκοτωθείς

Κι όμως… έχω ζήσει…»

Αντίο φίλε αγέρα μου…. Γεια σου Μανο.

Μια τόσο ακριβή απουσία…

Μάνος Λοΐζος: Χρονολόγιο

22 Οκτωβρίου 1937: Ο Μάνος Λοΐζος γεννιέται στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Είναι το μοναδικό παιδί του Ανδρέα Λοΐζου, παντοπώλη που έχει φτάσει εκεί το 1924 από τους Αγίους Βαβατσινιάς (ένα χωριό της Λάρνακας της Κύπρου), και της Δέσποινας Μανάκη, κόρης γεωπόνου από τη Ρόδο.

1951-1952: Όντας μαθητής του Αβερώφειου Γυμνασίου της Αλεξάνδρειας, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική. Εγγράφεται σε τοπικό Ωδείο. Αρχίζει να μαθαίνει βιολί αλλά καταλήγει στην κιθάρα…

1954: Με συνομήλικους φίλους φτιάχνουν μια μικρή κομπανία που παίζει σε φιλικές και οικογενειακές εκδηλώσεις. Ο πατέρας του τού αγοράζει το πρώτο του πιάνο.

1955: Παίρνοντας το απολυτήριο του Αβερώφειου Γυμνασίου, έρχεται για ανώτερες σπουδές στην Αθήνα. Με τέσσερις φίλους από την Αλεξάνδρεια συγκατοικούν στο Κολωνάκι. Εγγράφεται στη Φαρμακευτική Σχολή.

1956: Εγκαταλείπει την Φαρμακευτική και μπαίνει στην Ανωτάτη Εμπορική.

1957: Οι ιδιόμορφες συνθήκες που διαμορφώνονται στην Αίγυπτο με την κατάληψη της εξουσίας από τον Νάσερ επιβάλλουν τη μόνιμη πια εγκατάστασή του στην Αθήνα. Αρχικά μένει στην Κυψέλη.

1958: Συντροφιά με το φίλο του, επίσης φοιτητή τότε, Φώτη Κωνσταντινίδη, μετακομίζει στη Νέα Σμύρνη. Εκεί αρχίζει να ανακαλύπτει τόσο την Μαρξιστική ιδεολογία όσο και το νέο μουσικό κίνημα που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται με τις πρώτες «παρεμβάσεις» του Μάνου Χατζιδάκι και την ευρύτερη αναγνώριση του ρεμπέτικου.

1960-1961: Παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει την Ανωτάτη Εμπορική. Για να επιβιώσει κάνει διάφορες δουλειές, από γκαρσόνι σε ταβέρνα της Κω μέχρι γραφίστας σε διαφημιστικό γραφείο της πλατείας Κάνιγγος ή διακοσμητής. Φοιτά για λίγο στη Σχολή Βακαλό, αρχίζει να συνθέτει πιο εντατικά και βρίσκεται σε στενή επαφή με τους φοιτητικούς πολιτιστικούς μουσικούς κύκλους της Αριστεράς της εποχής. Στις 30 Δεκεμβρίου 1961 μια ομάδα 83 νέων -Φίλοι της Μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη- θα στείλουν στον Τύπο επιστολή διαμαρτυρίας «δια την άδικον και αντιπνευματικήν στάσιν των Ραδιοφωνικών μας Σταθμών, έναντι των τραγουδιών του, δια του αποκλεισμού από τας εκπομπάς των». Το όνομα Μανώλης Λοΐζου είναι το δεύτερο στη σειρά.

1962: Μέσω μιας κοινής φίλης, έρχεται σε επαφή με τον Μίμη Πλέσσα κι εκείνος μεσολαβεί στην εταιρία Philips, έτσι ώστε να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι. Είναι το «Τραγούδι του δρόμου», ελληνική απόδοση του Νίκου Γκάτσου από ένα ποίημα του Lorca. Τους στίχους έχει «ανακαλύψει» δημοσιευμένους στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης. Τραγουδά ο Γιώργος Μούτσιος. Γίνεται ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής (Σ.Φ.Ε.Μ.) που δημιουργείται τον Απρίλιο με στόχο τη στήριξη του έργου του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και την προβολή νέων δημιουργών. Στις τάξεις του συλλόγου θα βρεθούν πολύ γρήγορα ο Χρήστος Λεοντής, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαρία Φαραντούρη, ο Νότης Μαυρουδής, ο Φώντας Λάδης, ο Μάνος Ελευθερίου και πολλοί άλλοι. Αναλαμβάνει τη διεύθυνση της χορωδίας του Σ.Φ.Ε.Μ. και με αυτή συμμετέχει το καλοκαίρι στις παραστάσεις της μουσικής επιθεώρησης του Μίκη Θεοδωράκη «Όμορφη Πόλη» που ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Πάρκ.

1963: Στις 11 Μαρτίου δίνουν από κοινού με το Χρήστο Λεοντή την πρώτη τους συναυλία στο θέατρο Ακροπόλ. Τα έσοδα της συναυλίας διατίθενται για το Δ΄ Πανσπουδαστικό Συνέδριο. Τη συναυλία προλογίζει ο Μίκης Θεοδωράκης λέγοντας τα καλύτερα λόγια για τους πρωταγωνιστές της. Μάλιστα, τους κάνει… δώρο μια πέτρα που κάποιος εκτόξευσε εναντίον του τον Οκτώβριο του 1961 κατά τη διάρκεια συναυλίας στη Νάουσα. Το καλοκαίρι παίζει κάποια από τα πρώτα του τραγούδια στο πλαίσιο της μουσικής επιθεώρησης «Μαγική Πόλις» που ανέβηκε στο θέατρο Πάρκ σε μουσική των Μίκη Θεοδωράκη και Μάνου Χατζιδάκι.

1964: Εμφανίζεται στην μπουάτ Στοά, στο Κολωνάκι, με τη Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο. Εκεί, κάποιο βράδυ, ένα νεαρό κορίτσι θα του δώσει δυο στίχους που θα παίξουν βασικό ρόλο στην κατοπινή πορεία του. Το κορίτσι είναι η Κωστούλα Μητροπούλου και οι στίχοι προορίζονται για τα τραγούδια «Ο δρόμος» και «Ο στρατιώτης».

1965: Το Μάρτιο παντρεύεται τη Μάρω Λήμνου, τη μετέπειτα συγγραφέα παιδικών βιβλίων, γνωστή ως Μάρω Λοΐζου. Με τη Μάρω έχουν γνωριστεί τρία χρόνια πριν στα παρασκήνια της «Όμορφης Πόλης», συνυπάρχουν στο Σ.Φ.Ε.Μ. και έχουν ήδη γράψει μαζί και κάποια τραγούδια. Δύο από αυτά, το «Νύχτα μικρή αρχόντισσα» και το «Φεγγάρι έρημο» τραγουδά σε δίσκο 45 στροφών ο Γιάννης Πουλόπουλος, εγκαινιάζοντας τη μικρή του συνεργασία με την δισκογραφική εταιρία Lyra του Αλέκου Πατσιφά. Θα ακολουθήσουν -με τον Γιάννη Πουλόπουλο πάλι- τα τραγούδια «Καράβια-Αλήτες» (στίχοι του Φώντα Λάδη), «Μικρός ο κόσμος γύρω μου» (στίχοι του Θανάση Χαμπίπη), «Ο δρόμος» με τη Σούλα Μπιρμπίλη (ένα ακόμα μελοποιημένο ποίημα του Lorca με ελληνικούς στίχους του Νίκου Γκάτσου), «H κιθάρα» και η «Πρωτομαγιά» σε στίχους Μάρως Λήμνου. Γνωρίζει τον Γιάννη Νεγρεπόντη και πάνω σε στίχους του γράφει το «Στρατιώτη», τον «Τρίτο Παγκόσμιο» και αρκετά ακόμα τραγούδια που θα παραμείνουν ανέκδοτα στη δισκογραφία, αλλά θα ακουστούν αρκετά στο πλαίσιο του νεολαιίστικου κινήματος της εποχής. Γράφει μουσική για το έργο του Lorca «Το Σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα» από την Αλέκα Κατσέλη, για τη «Ρέστια» που ανεβάζει η Αλκηστις Γάσπαρη και για το «Ένα Κορίτσι στο Παράθυρο» που ανεβάζει ο Μίμης Φωτόπουλος. Με μουσικές και τραγούδια του γυρίζεται η ταινία «Μπετόβεν και Μπουζούκι» του Ορέστη Λάσκου. Γνωρίζει το Λευτέρη Παπαδόπουλο.

1966: Τον Αύγουστο γεννιέται η κόρη του Μυρσίνη. Κυκλοφορεί από την εταιρία Οdeon, το πρώτο τραγούδι που γράφει πάνω σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου («Αυτό τ’ αγόρι» με την Αλέκα Μαβίλη) και γνωρίζει επιτυχία. Τα δύο επόμενα τραγούδια που γράφουν μαζί και κυκλοφορούν με ερμηνεύτρια τη Ζωή Φυτούση («Σαββατόβραδο» και «Πώς τον αγαπώ») θα περάσουν μάλλον απαρατήρητα. Το Δεκέμβριο, παρουσιάζει για πρώτη φορά σε συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και με τραγουδιστές τη Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο, τον κύκλο τραγουδιών «Τα Νέγρικα» που έχει γράψει πάνω σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη. Είναι η πρώτη απόπειρα συνύπαρξης με τους σύγχρονους διεθνείς νεανικούς ρυθμούς και τα ηλεκτρικά όργανα.

1967: Το τραγούδι «Η δουλειά κάνει τους άντρες», με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, ακούγεται από την Ελένη Ροδά στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Τρούμπα ’67». Το πραξικόπημα ματαιώνει κάποιες συναυλίες που διοργάνωσε η Πανσπουδαστική και στις οποίες επρόκειτο να παρουσιαστούν τα «Νέγρικα». Προκειμένου ν’ αποφύγει τη σύλληψη, εγκαταλείπει την Ελλάδα το Σεπτέμβριο και εγκαθίσταται για ένα εξάμηνο στο Λονδίνο. Εκεί για να ζήσει με την οικογένειά του -που φτάνει λίγο αργότερα- παίζει μπουζούκι σε κυπριακές ταβέρνες.

1968: Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ετοιμάζει μαζί με το Λευτέρη Παπαδόπουλο τον πρώτο του μεγάλο δίσκο. Ο «Σταθμός», που κυκλοφορεί στο τέλος της χρονιάς, εγκαινιάζει την ετικέτα Μinοs για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρίας στην οποία και θα παραμείνει έκτοτε. Παράλληλα, γράφει μουσική και τραγούδια για τις ταινίες του Ντίνου Δημόπουλου «Το Λεβεντόπαιδο» και «Η Νεράιδα και το Παλικάρι».

1969: Με το Λευτέρη Παπαδόπουλο γράφουν μουσική και τραγούδια για το ανέβασμα του μουσικοθεατρικού έργου του Αλκη Παππά «Γη S.O.S.» από τον Αλέκο Αλεξανδράκη.

1970: Κυκλοφορούν οι «Θαλασσογραφίες», δεύτερος μεγάλος δίσκος του, πάλι με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Παράλληλα, ηχογραφεί σκόρπια τραγούδια με τον Στέλιο Καζαντζίδη («Δε θα ξαναγαπήσω», «Όταν βλέπετε να κλαίω») και το Γιάννη Καλατζή («Παραμυθάκι μου», «Τα πλεούμενα»).

Οι συντελεστές του δίσκου «Θαλασσογραφίες».

Μάνος Λοϊζος, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Γιάννης Καλατζής, Γιώργος Νταλάρας.

1971: Γράφει μουσική για την ταινία του Αλέξη Δαμιανού «Ευδοκία». Το τραγούδι του «Αχ χελιδόνι μου» ηχογραφείται με το Γιώργο Νταλάρα και παράλληλα ακούγεται από τη Λίτσα Σακελλαρίου στην ταινία του Όμηρου Ευστρατιάδη «Η Ιδιωτική μου Ζωή», ενώ το «Μάνα δεν φυτέψαμε» ακούγεται από το Γιάννη Πάριο στην ταινία «Πρόκληση», επίσης του Ό.Ευστρατιάδη. Γράφει μουσική και τραγούδια για την ταινία του Ορέστη Λάσκου «Διακοπές στην Κύπρο».

1972: Κυκλοφορεί ο τρίτος μεγάλος δίσκος του («Να ‘Χαμε τι να ‘Χαμε») σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Με τον Παπαδόπουλο γράφουν παράλληλα και κάποια τραγούδια που δε θα περάσουν από τη λογοκρισία της εποχής («Ο αρχηγός», «Θα κλείσω το παράθυρο»), ενώ με δικούς του στίχους γράφει την «Πρώτη Μαΐου», τον «Τσε» και το «Μέρμηγκα». Γράφει τραγούδια για την ταινία του Τάκη Βουγιουκλάκη «Η Αλίκη Δικτάτωρ». Γίνεται ιδρυτικό στέλεχος της ΕΜΣΕ, του συνδικαλιστικού σωματείου των δημιουργών που θα ξεκινήσει με αφορμή την μεγάλη επέκταση της πειρατείας στο χώρο της δισκογραφίας.

1973: Η συνεργασία του με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου ξεκινάει με ένα τραγούδι που ακούγεται στους τίτλους της ταινίας των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού «Μαύρο-Ασπρο»: «Βγήκαμε κάποτε στο δρόμο κι ήμασταν δυο», τραγουδά η Χάρις Αλεξίου. Η μελωδία θα γίνει αργότερα πασίγνωστη με στίχους του ίδιου και με τίτλο «Καλημέρα ήλιε». Στα πλαίσια των αναζητήσεων του έξω από τις φόρμες του λαϊκού τραγουδιού, αρχίζει τη μελοποίηση ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ, με ελληνική απόδοση του Γιάννη Ρίτσου. Το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου συλλαμβάνεται στο σπίτι του στο Χολαργό και κρατείται δέκα μέρες.

1974: Τον Απρίλιο κυκλοφορεί ο δίσκος «Καλημέρα Ήλιε» με στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου. Μέσα στο ξέφρενο κλίμα της μεταπολίτευσης συμμετέχει σε μεγάλες λαϊκές συναυλίες της εποχής (με αποκορύφωμα τη συναυλία στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού που θα καταγράψει ο Νίκος Κούνδουρος στην ταινία του «Τραγούδια της Φωτιάς») και, στο τέλος του χρόνου, κυκλοφορεί στο δίσκο «Τα Τραγούδια του Δρόμου», με όλα εκείνα τα τραγούδια του που είτε είχαν απαγορευτεί τα προηγούμενα χρόνια είτε δεν τους είχε επιτραπεί η ηχογράφηση από τη λογοκρισία της επταετίας.

1975: Στο τέλος της χρονιάς, εννιά χρόνια μετά την πρώτη τους παρουσίαση σε συναυλίες, κυκλοφορούν για πρώτη φορά στη δισκογραφία τα «Νέγρικα», με στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη.

1976: Τον Οκτώβριο κυκλοφορούν «Τα Τραγούδια μας», ένας κύκλος λαϊκών τραγουδιών με στίχους του Φώντα Λάδη που καταγράφουν με άμεσο λόγο το πολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης. Βρίσκουν θέση σε κάθε κοινωνικοπολιτική διεκδίκηση της εποχής αλλά, την ίδια στιγμή, γνωρίζουν και αρκετούς αποκλεισμούς και απαγορεύσεις από το επίσημο κράτος.

1978: Αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΜΣΕ και πρωτοστατεί στη δημιουργία φορέα είσπραξης πνευματικών δικαιωμάτων. Παντρεύεται την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη.

1979: Τον Ιούνιο κυκλοφορεί ο δίσκος «Τα Τραγούδια της Χαρούλας», με στίχους του Μανώλη Ρασούλη και του Πυθαγόρα, άλμπουμ που σηματοδοτεί την -ύστερα από τόσα χρόνια δημιουργικής πολιτικής στράτευσης- εκ νέου κατεύθυνση του δημιουργού προς ένα «καθημερινό λαϊκό τραγούδι».

1980: Τον Οκτώβριο κυκλοφορεί ο δίσκος «Για μια Μέρα Ζωής» που είναι και ο τελευταίος του. Μέσα από τραγούδια με στίχους διαφόρων στιχουργών επιχειρεί μια προσέγγιση στον ηλεκτρικό ήχο της εποχής.

1981: Τον Μάιο πραγματοποιεί σειρά συναυλιών στο εξωτερικό (Καναδάς, Η.Π.Α., Αγγλία, Σουηδία). Τον Ιούνιο, μαζί με τον Χρήστο Λεοντή και τον Θάνο Μικρούτσικο, ξεκινούν σειρά κοινών συναυλιών ανά την Ελλάδα. Τον Οκτώβριο θα μπει στο Γενικό Κρατικό με περικαρδίτιδα και νεφρική ανεπάρκεια και, στο τέλος του χρόνου, θα ταξιδέψει στη Μόσχα για ιατρικές εξετάσεις.

1982: Στις 8 Ιουνίου θα χτυπηθεί από εγκεφαλικό επεισόδιο. Θα μείνει ένα μήνα στο νοσοκομείο και στις 16 Αυγούστου θα ταξιδέψει εκ νέου στη Μόσχα, προκειμένου να συνεχίσει τη νοσηλεία του. Στις 7 Σεπτεμβρίου θα υποστεί και δεύτερο εγκεφαλικό, το οποίο θα αποβεί μοιραίο. Δέκα μέρες αργότερα (17 Σεπτεμβρίου) θα φύγει για πάντα…

Σεπτέμβρης 1982.

Στο κόκκινο ραδιοφωνάκι της Philips με την κόντρα πλακέ ράχη, οι ήχοι είχαν συντονιστεί στο 2o Πρόγραμμα.

Το κόκκινο ραδιοφωνάκι βρισκόταν ακουμπισμένο στο γραφείο που είχε φτιάξει ο παππούς μου, με την μεγαλειώδη του καλοσύνη: ένα γραφείο

σαν μακρόστενο τραπέζι με 4 ανοιχτά συρτάρια δίπλα-δίπλα: ένα για κάθε ένα από τα εγγόνια του, για να διαβάζουν.

Στο κόκκινο ραδιοφωνάκι ακουγόταν το Τσε του Λοϊζου.

Το κόκκινο ραδιοφωνάκι μας έκανε παρέα τις ατελείωτες στιγμές που φτιάχναμε φασόν στο σπίτι κόκκινα πλαστικά αυγά με ένα κίτρινο πουλάκι που πέταγε η μύτη του.

Στο κόκκινο ραδιοφωνάκι τα τραγούδια περιείχαν μέσα τους την επανάσταση των συναισθημάτων.

Το κόκκινο ραδιοφωνάκι μόλις είχε αναγγείλει την είδηση του θανάτου του Μάνου, σε κείνο το μοιραίο τραγούδι στη Μόσχα.

Τα μάτια του μικρού Κωνσταντίνου προσηλώθηκαν στο κόκκινο ραδιοφωνάκι, που έμοιαζε να λιώνει στους στίχους: «αχ αυτή η Ανοιξη με ματώνει».

Το κόκκινο ραδιοφωνάκι που μάτωνε κάθε φορά στο άκουσμα του Τσε.

20 τόσα χρόνια μετά, ξανακούγοντας το τραγούδι Τσε του Μάνου Λοϊζου, διαπιστώνω πως μέσα του υπάρχει το κόκκινο κύτταρο μιας πεποίθησης που μπορεί να λέγεται σοσιαλισμός, μπορεί να λέγεται κομμουνισμός, μπορεί να λέγεται οτιδήποτε, αλλά κυρίως λέγεται πίστη στην ισότητα του ανθρώπου.

Τις κόκκινες στιγμές που άκουγα το Τσε του Μάνου καταλάβαινα πως μέσα μου ωσμωνόταν μια μεγάλη συγκίνηση ενός ιδεαλισμού.

Εγώ, που σχεδόν αγνοώ την όλη ιστορία της Κούβας, ακόμη και την ιστορία του Τσε, αγάπησα το Τσε του Λοϊζου με μιαν αγάπη ανεξίτηλη.

20 χρόνια τόσα μετά δακρύζω ακούγοντας την σαν να μιλά με ματωμένα λόγια φωνή του και καταλαβαίνω.

Ήταν οι στιγμές οι δύσκολες της δεκαετίας του 80.

Ήταν μια αίσθηση απώλειας.

Ήταν ο αγώνας για ζωή, που έβλεπα στη μητέρα μου, στον παππού μου, σε μας.

Ήταν εκείνο το γραφείο με τα ανοιχτά συρτάρια.

Το κόκκινο ραδιοφωνάκι με την κόντρα πλακέ ράχη μετέδιδε το Τσε (Γκουεβάρα).

Ο Μάνος Λοϊζος τέντωνε τη φωνή του δίπλα στη χορωδία.

Σκεφτόμουν τις φωτογραφίες του με το τσιγάρο…

Σκεφτόμουν τη φωτογραφία του πατέρα μου με το τσιγάρο…

Αχ, αυτή η άνοιξη με ματώνει…

Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα

Μια φωτογραφία σου απ’ τα ξένα

Απ’ αυτές που κρατάν οι φοιτητές

Απ’ αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές

Απ’ αυτές που κρεμάν οι φοιτητές

Στην καρδία τους

Τσε Γκεβάρα

Τσε Γκεβάρα

Τσε-ε-ε-ε-ε-ε, ε-ε-ε-ε-ε

Τσε Γκεβάρα

Κλείσε το παράθυρο

Σφάλισε τις πόρτες

Τρέμω για τον άνθρωπο

Με τις μπότες

Τι ζητά και στους ίσκιους περπατά

Τι ζητά και για σένανε ρωτά

Τι ζητά και το σπίτι μας κοιτά

Κάθε βράδυ

Τσε Γκεβάρα

Τσε Γκεβάρα

Τσε-ε-ε-ε-ε-ε, ε-ε-ε-ε-ε

Τσε Γκεβάρα

Τόσα τριαντάφυλλα

Τ ‘καψε το χιόνι

Αχ αυτή η άνοιξη

Με ματώνει

Όλα σε θυμίζουν

Όλα σε θυμίζουν, απλά κι αγαπημένα

πράγματα δικά σου, καθημερινά

Σα να περιμένουν και αυτά μαζί με μένα

να ’ρθεις κι ας χαράξει για στερνή φορά

Όλη μας η αγάπη την κάμαρα γεμίζει

σαν ένα τραγούδι που λέγαμε κι οι δυο

Πρόσωπα και λόγια και τ’ όνειρο που τρίζει

σαν θα ξημερώσει τι θα ’ναι αληθινό

Όλα σε θυμίζουν…

Όλα σε θυμίζουν, κι οι πιο καλοί μας φίλοι

άλλος στην ταβέρνα, άλλος σινεμά

Μόνη μου διαβάζω, το γράμμα που ’χες στείλει

πριν να φιληθούμε πρώτη μας φορά

Όλη μας η αγάπη…

Όλα σε θυμίζουν…

Ακορντεόν

Στίχοι: Γιάννης Νεγρεπόντης

Μουσική: Μάνος Λοΐζος

Πρώτη εκτέλεση: Μάνος Λοΐζος

Άλλες ερμηνείες: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Στην γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο

που ήξερε και έπαιζε τ’ ακορντεόν

όταν τραγούδαγε φτυστός ήταν ο ήλιος

φωτιές στα χέρια του άναβε τ’ ακορντεόν

Μα ένα βράδυ σκοτεινό σαν όλα τ’ άλλα

κράταγε τσίλιες παίζοντας ακορντεόν

φασιστικά καμιόνια στάθηκαν στη μάντρα

και μια ριπή σταμάτησε τ’ ακορντεόν

Τ’ αρχινισμένο σύνθημα πάντα μου μένει

όποτε ακούω από τότε ακορντεόν

κι έχει σαν στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει

δε θα περάσει ο φασισμός

Κι αν είμαι rock

Στίχοι: Δώρα Σιτζάνη

Μουσική: Μάνος Λοΐζος

Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Κι αν είμαι rock μη με φοβάσαι

έγινα κιόλας τριάντα χρονώ

νύχτες αγρύπνιας να με θυμάσαι

anafranil και triptizol.

Μη με φοβάσαι μη με φοβάσαι

νύχτες αγρύπνιας να με θυμάσαι

μη με φοβάσαι μη με φοβάσαι

κι αν είμαι rock μη με φοβάσαι.

Μαύρο πουλί τσακισμένο στους τοίχους

εγώ είμαι εσύ κι αν είμαι rock

τρέμω τους ξένους φοβάμαι τους φίλους

καράβια δεμένα σ’ έρημα ντοκ.

Που λέτε φίλοι εγώ το βρίσκω

νά ‘ναι πολύ πολιτικό

νά ‘μαι πουλί μαύρο στους τοίχους

κι όχι καράβι σ’ έρημα ντοκ.

Κι αν με ρημάξανε χίλια νυστέρια

μ’ ένα φτερό τρελό μοναδικό

στου Victor Jara πετάω τ’ αστέρια

μες στ’ αεράκι το ξωτικό.

Σ’ ακολουθώ

Στίχοι: Μάνος Λοΐζος

Μουσική: Μάνος Λοΐζος

Πρώτη εκτέλεση: Μάνος Λοΐζος

Άλλες ερμηνείες: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Σ’ ακολουθώ στην τσέπη σου γλιστράω

σαν διφραγκάκι τόσο δα μικρό

Σ’ ακολουθώ και ξέρω πως χωράω

μες στο λακάκι που ‘χεις στο λαιμό

Έλα κράτησέ με και περπάτησέ με

μες στο μαγικό σου το βυθό

πάρε με μαζί σου στο βαθύ φιλί σου

μη μ’ αφήνεις μόνο θα χαθώ

Σ’ ακολουθώ και πάνω σου κολλάω

σαν φανελάκι καλοκαιρινό

Σ’ ακολουθώ σ’αγγίζω και πονάω

κλείνω τα μάτια και σ’ ακολουθώ

Μάνος Λοΐζος

«Ο Μάνος ήταν μια πλαγιά πολύχρωμα λουλούδια που έλαμπαν καθώς τα χτυπούσε ο ήλιος. Και θα λάμπουν για πάντα και πιο πολύ όσο θα υπάρχει και θα λάμπει στον κόσμο αυτός ο μοναδικός ήλιος: Η καρδιά του ανθρώπου».

Μίκης Θεοδωράκης

24 ολόκληρα χρόνια από την ημέρα εκείνη στις 17 του Σεπτέμβρη. Εκείνο το απόγευμα της Παρασκευής που το ραδιόφωνο ανήγγειλε πώς ο Μάνος Λοϊζος, ο ταλαντούχος, ο ασυμβίβαστος, ο ρομαντικός, ο πηγαίος δεν υπήρχε πια. Είχε αφήσει την τελευταία του πνοή, πολλά χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα, σ΄ ένα νοσοκομείο της Μόσχας. Ο Μάνος, ο αγωνιστής της τέχνης, ο καλλιτέχνης του αγώνα της εργατικής τάξης, που είχε «ταξιδέψει» στα πέλαγα της μελωδίας του, είχε πλέον περάσει από τη μνήμη στην καρδιά.

«τώρα που τα πολυβόλα ξανάρχισαν, τώρα που ο Μπράουν, ο Φίσερ κι ο Κράφτ φτιάχνουν έξυπνα όπλα κι όχι τανκς.

Τώρα που ο Τσε αφουγκράζετε το κίνημα κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.

Τώρα που τα εμβατήρια που μας μαθαίνουν είναι τηλεοπτικές σκυλοτροφές.

Τώρα που τον Νέγρο Τζο, τον ήρωα και κουλοχέρη, τον ξαναστέλνουν στη Γιουγκοσλαβία, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ στο Λίβανο και στην Παλαιστίνη για το δεύτερο χέρι.

Τώρα που ο μικρός καφενές έγινε «τουριστικά είδη».

Τώρα που ΟΛΑ ΤΟΝ ΘΥΜΙΖΟΥΝ, απλά κι αγαπημένα….

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια στις 22 Οκτωβρίου 1937. Από νωρίς έδειξε την κλίση του για τη μουσική μαθαίνοντας βιολί και μετά κιθάρα. Το 1955 ήρθε στην Αθήνα για να ξεκινήσει τις σπουδές του στη φαρμακευτική, την οποία εγκατέλειψε για την Εμπορική Σχολή, την οποία επίσης άφησε λόγω του πάθους του για τη μουσική, που τελικά τον κέρδισε. Κατά καιρούς εργάστηκε ως σερβιτόρος, γραφίστας και το 1962 πέρασε στο χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, μελοποιώντας το ποίημα του Λόρκα, «Το τραγούδι του δρόμου». Από τότε και μέχρι το 1981, υπογράφει δώδεκα προσωπικούς δίσκους, συνεργάζεται με τους καλύτερους δημιουργούς και ερμηνευτές, αλλά, το κυριότερο, γράφει τραγούδια που μιλούν στην ψυχή του κόσμου.

Το 1964 συνεργάζεται με το Μίκη Θεοδωράκη και τον Μιχάλη Κακογιάννη στην επιθεώρηση που ανέβηκε στο θέατρο Παρκ, την «Όμορφη Πόλη». Εκεί ο Λοΐζος αναλαμβάνει τη διεύθυνση της χορωδίας. Το 1964 μαζί με το Διονύση Σαββόπουλο και τη Μαρία Φαραντούρη εμφανίζονται στη «Στοά» στο Κολωνάκι, όπου γνωρίζει την Κωστούλα Μητροπούλου και γράφουν μαζί τον «Δρόμο» και τον «Στρατιώτη». Το Φεβρουάριο του 1967 η Μαρία Φαραντούρη και ο Γιώργος Ζωγράφος παρουσιάζουν τα «Νέγρικα» για πρώτη φορά σε φοιτητικές συναυλίες, ενώ τα ίδια τραγούδια ερμηνεύουν τον Απρίλη του ίδιου χρόνου στην συγκέντρωση της ΕΦΕΕ ξανά η Μαρία Φαραντούρη και ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ο δίσκος, σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη κυκλοφορεί οκτώ χρόνια μετά.

Το 1968 κυκλοφορεί τον πρώτο μεγάλο του δίσκο, τον «Σταθμό», σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και ερμηνευτές το Γιάννη Καλατζή, τη Λίτσα Διαμάντη, τον Δημήτρη Ευσταθίου και τον Γιώργο Νταλάρα.

Το 1970, οι «Θαλασσογραφίες» έφεραν στο προσκήνιο ένα ακόμα ανομολόγητο ταλέντο του εσωστρεφή δημιουργού. Η πρώτη επαφή του Μάνου Λοΐζου με το μικρόφωνο κατεγράφη με το τραγούδι «Σεβάχ ο Θαλασσινός» αν και αρχικά ήταν ένα τόλμημα, μια κίνηση αυθορμητισμού ή μια βαθύτερη εσωτερική ανάγκη του συνθέτη να εκφραστεί μέσα απ’ την αλλιώτικη διέξοδο της ερμηνείας, έφτανε η βαθύτερη της αλήθεια για να βρει τη μεγαλύτερη ανταπόκριση απ’ το κοινό και να τον ενθαρρύνει θετικά για να συνεχίσει αυτή την ιδιότητα, με την ίδια και απαράμιλλη ευαισθησία… Ο Γιώργος Νταλάρας, ο Γιάννης Πάριος, ο Γιάννης Καλατζής και η Μαρίζα Κωχ ερμήνευσαν τα τραγούδια της δεύτερης δισκογραφικής συνεργασίας του με το Λευτέρη Παπαδόπουλο, ενώ η «Τζαμάικα», ο «Καφενές» και τα «Δέκα παλικάρια» βρίσκονται σήμερα στις πρώτες θέσεις των διαχρονικότερων κομματιών της ελληνικής μουσικής σκηνής.

Το 1971 ο Μάνος Λοΐζος ανέλαβε τη μουσική της κινηματογραφικής ταινίας του Αλέξη Δαμιανού «Ευδοκία», η οποία του έδωσε την έμπνευση να δημιουργήσει το ομώνυμο ζεϊμπέκικο, το κλασσικό και το ωραιότερο ζεϊμπέκικο όλων των εποχών! Μια ιστορία αναφέρει πως ο Μάνος παρακαλούσε το Λευτέρη Παπαδόπουλο να του γράψει στίχους, αλλά ο επιστήθιος φίλος του δεν συμφώνησε με την ιδέα του και παρόλο που είχε σκεφτεί κάποια λόγια δεν του τα έδωσε ποτέ, γιατί πίστευε ακράδαντα πως ένα τέτοιο κομμάτι έπρεπε να παραμείνει ατόφιο…

Έπειτα από λίγο καιρό η ταινία του Ορέστη Λάσκου «Διακοπές στη Κύπρο», της οποίας ήταν υπεύθυνος για τη μουσική της επιμέλεια, οδήγησε το Μάνο στο νησί της Αφροδίτης. Εκεί έμελλε να γνωρίσει το δεύτερο μεγάλο έρωτα της ζωής του και τη κατοπινή σύζυγό του, Δώρα Σιτζάνη, την οποία παντρεύτηκε το 1978.

Η άνοιξη του 1973 ετοίμασε πρόσφορο έδαφος στη συνεργασία του ασυμβίβαστου μουσικού με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου. Η δισκογραφική τους ένωση «άνθισε» το Πάσχα του επόμενου χρόνου και ανυψώθηκε χάρη στις ηλιόλουστες στιγμές του έργου τους «Καλημέρα ήλιε», με τις λαμπρές ερμηνείες των τότε πρωτοεμφανιζόμενων Κώστα Σμοκοβίτη, Αλέκας Αλιμπέρτη και Χαρούλας Αλεξίου. Ωστόσο το ομώνυμο τραγούδι που απ’ τη πρώτη στιγμή δεν πέρασε απαρητήρητο, σφραγίστηκε από τη στιχουργική έμπνευση του Μάνου Λοΐζου και παρέδωσε τη σκυτάλη της επιτυχίας στo «Μια καλημέρα», «Με φάρο το φεγγάρι», «Θα έρθει μόνο μια στιγμή», «Δώδεκα παιδιά», και «Όταν σε είδα να ξυπνάς». Η κυκλοφορία του επόμενου δίσκου «Τα τραγούδια του δρόμου» πιστοποίησαν μια σπάνια μουσική μορφή που ύμνησε με άριστο τρόπο τη φράση πως «τίποτα δεν είναι τυχαίο σ’ αυτή τη ζωή»… Η άσβεστη φλόγα της ερμηνείας που σιγόκαιγε ανέκαθεν μέσα του, πρόσφερε τα πιο ιδιαίτερα ακούσματα στα τραγούδια του «Δρόμου», του «Ακορντεόν» και του «Μη με ρωτάς» και διεύρυνε το μέγεθος της καλλιτεχνικής του αξίας που, σε συνοχή με τις ερμηνευτικές κορυφώσεις του Βασίλη Παπακωνσταντίνου στο «Στρατιώτη» και στο «Γ’ Παγκόσμιο», αποτέλεσαν την ανατρεπτικότερη μουσική κιβωτό στη παλίρροια της σκέψης και των πολλαπλών βιωμάτων του.

Στις αρχές του 1976 κυκλοφορούν «Τα τραγούδια μας» με τον Γιώργο Νταλάρα, σε στίχους Φώντα Λάδη,

Σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη και του Πυθαγόρα, «Τα τραγούδια της Χαρούλας» τον Ιούνιο του 1979 περιέβαλλαν μια συνεργασία που ολοκληρώθηκε έπειτα από πολλές ώρες δουλειάς και έντονων ανθρώπινων στιγμών. Ο Μάνος παίδεψε πολύ τον Μανώλη Ρασούλη για να πετύχει το αποτέλεσμα που ονειρευόταν, χωρίς να αποφύγει να «παιδέψει» τον εαυτό του στις μελωδίες που του χάρισε η έμπνευσή του. Αρκεί να τονίσουμε πως όλα αυτά συνέβησαν σε μια εποχή που τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα δεν βρίσκονταν στην υπηρεσία της μουσικής και εκείνος σκαρφιζόταν διάφορα τεχνάσματα για να «βάψει» τις συνθέσεις του με ηχοχρώματα που δεν θα θύμιζαν ούτε στο παραμικρό τη λίστα των πολιτικών τραγουδιών που είχε παρουσιάσει μέχρι τότε. Ξεχώρισε ο «Φαντάρος», το «Πες μου πως γίνεται», το «Γύφτισα τον εβύζαξε» και το υπέροχο «Τίποτα δεν πάει χαμένο».

Ο τελευταίος του δίσκος κυκλοφορεί περίπου δύο χρόνια αργότερα και έχει τίτλο «Για μια μέρα Ζωής». Οι στίχοι των τραγουδιών ανήκουν στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, το Μανώλη Ρασούλη, το Φώντα Λάδη, τον Τάσο Λειβαδίτη, τη Δώρα Σιτζάνη και στον ίδιο. Ερμηνευτές ήταν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Δώρα Σιτζάνη, ο ίδιος ο Λοΐζος και για πρώτη φορά η Δήμητρα Γαλάνη. Η χρονιά κλείνει με σειρά συναυλιών παρέα με τον Θάνο Μικρούτσικο και τον Χρήστο Λεοντή.

Ο Μάνος Λοΐζος ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας μέχρι το θάνατό του.

Ο Μάνος έπασχε από νεφρική ανεπάρκεια και προβλήματα πίεσης, γι’ αυτό και οι συναυλίες που ακολούθησαν στις μεγαλύτερες πόλεις του εξωτερικού τον Μάιο του 1981 κλόνισαν τον, ήδη επιβαρυμένο, οργανισμό του. Οι συναυλίες που αποφάσισε να δώσει ανά την ελληνική επικράτεια με το Θάνο Μικρούτσικο και το Χρήστο Λεοντή τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, ήταν και οι τελευταίες… Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει και τα πρώτα σημάδια φανέρωναν πως ετοιμαζόταν να ταξιδέψει σε άλλη διάσταση. Ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 8 Ιουνίου 1982, κρίθηκε απαραίτητη η νοσηλεία του στο Γενικό Κρατικό. Έπειτα από δύο μήνες, η απόφασή του να ταξιδέψει μέχρι τη Μόσχα για περαιτέρω εξετάσεις και γνωματεύσεις από ειδικούς γιατρούς δεν πρόλαβαν να οδηγηθούν στο φως, αφού η μοίρα διάλεξε να έχει διαφορετικά σχέδια για τη ζωή του και το δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο ήρθε χωρίς προειδοποίηση στις 7 Σεπτεμβρίου. Δέκα μέρες μετά, στις 17 Σεπτεμβρίου 1982 άφησε τη τελευταία του πνοή σε ένα κόσμο που θα έχει πάντα ανάγκη τη γνώση, τη σοφία, την ευαισθησία, την ευγένεια που πήγαζε απ’ τα βάθη της ψυχής του, τις ακράδαντες ηθικές αξίες και την αισθητική του. Ακριβώς 22 χρόνια μετά το τελευταίο του ταξίδι, ανοίγουμε το ραδιόφωνο και ακούμε τους ίδιους στίχους, λες και ο Μάνος τους εμπνεύστηκε μόλις χθες…

Έλα κράτησέ με

και περπάτησέ με

μες στο μαγικό σου το βυθό

πάρε με μαζί σου

στο βαθύ φιλί σου

μη μ’ αφήνεις μόνο, θα χαθώ…

Σ’ ακολουθώ…

Μετά το θάνατό του κυκλοφόρησαν άλλοι δύο δίσκοι. Τα «Γράμματα στην αγαπημένη» του Ναζίμ Χικμέτ, σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου και ένας κύκλος παιδικών τραγουδιών με την ονομασία «Κάτω από ένα κουνουπίδι», που έγραψε με τον Γιάννη Νεγρεπόντη.

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

1968. «Ο σταθμός» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Γιάννης Καλατζής, Λίτσα Διαμάντη, Δημήτρης Ευσταθίου και Γιώργος Νταλάρας. Επίσης περιέχονται και πέντε ορχηστρικά κομμάτια. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο.

1970. «Θαλασσογραφίες» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Γιάννης Καλατζής, Γιώργος Νταλάρας, Μαρίζα Κωχ, Γιάννης Πάριος και ο ίδιος ο συνθέτης. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο.

1971. «Ευδοκία» (Minos). Η μουσική που συνόδευε την ομώνυμη ταινία του Αλέξη Δαμιανού. Ο Μάνος Λοΐζος συμμετέχει απαγγέλλοντας στην «Ανάμνηση».

1971. «Ο μέτοικος» (Minos). Ερμηνεύει ο Γιώργος Νταλάρας. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο.

1972. «Νάχαμε, τι νάχαμε» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Γιώργος Νταλάρας και Γιάννης Καλατζής. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο.

1974. «Καλημέρα ήλιε» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Κώστας Μοσκοβίτης, Χάρις Αλεξίου, Αλέκος Αλιμπέρτης και ο ίδιος ο συνθέτης. Οι στίχοι ανήκουν στο Δημήτρη Χριστοδούλου και στο Μάνο Λοΐζο.

1974. «Τα τραγούδια του δρόμου» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Αλέκα Αλιμπέρτη, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Χορωδία Γιώργου Κακίτση και ο ίδιος ο συνθέτης. Οι στίχοι ανήκουν στο Γιάννη Νεγρεπόντη, στο Δημήτρη Χριστοδούλου, στο Νίκο Γκάτσο και στο Μάνο Λοΐζο.

1974. «Η ατίθαση» (Minos). Ερμηνεύει η Ελένη Ροδά. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο.

1975. «Τα νέγρικα» (Minos). Ερμηνεύει η Μαρία Φαραντούρη και συμμετέχει ο Μανώλης Ρασούλης. Οι στίχοι ανήκουν στο Γιάννη Νεγρεπόντη.

1976. «Τα τραγούδια μας» (Minos). Ερμηνεύει ο Γιώργος Νταλάρας. Οι στίχοι ανήκουν στο Φώντα Λάδη. Ο δίσκος έγινε πλατινένιος.

1979. «Πρώτες εκτελέσεις» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Γιώργος Νταλάρας, Γιάννης Καλαντζής, Χάρις Αλεξίου, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μαρία Φαραντούρη, Δημήτρης Ευσταθίου, Αλέκα Αλιμπέρτη, Κώστας Μοσκοβίτης και ο ίδιος ο συνθέτης.

1979. «Τα τραγούδια της Χαρούλας» (Minos). Ερμηνεύει η Χάρις Αλεξίου και συμμετέχει ο Δημήτρης Κοντογιάννης. Οι στίχοι ανήκουν στο Μανώλη Ρασούλη και στο Πυθαγόρα. Ο δίσκος έγινε πλατινένιος.

1980. «Για μια μέρα ζωής» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Δήμητρα Γαλάνη, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Δώρα Σιτζάνη και ο ίδος ο συνθέτης. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο, στο Μανώλη Ρασούλη, στη Δώρα Σιτζάνη, στο Φώντα Λάδη, στο Τάσο Λειβαδίτη και στο Μάνο Λοΐζο.

1981. «Τα τραγούδια της χτεσινής μέρας» (Minos). Ερμηνεύουν τραγούδια σε δεύτερη εκτέλεση οι: Χάρις Αλεξίου και Δήμητρα Γαλάνη. Ο δίσκος έγινε πλατινένιος.

1982. «Φοβάμαι» (Minos). Ερμηνεύει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Οι στίχοι του «Σ’ ακολουθώ» και «Πρώτη Μαΐου ανήκουν στο Μάνο Λοΐζο. Οι στίχοι του «Χαράματα Ομόνοια» ανήκουν στο Μανώλη Ρασούλη. Ο δίσκος έγινε χρυσός.

1983. «Γράμματα στην αγαπημένη» (Minos). Ερμηνεύει ο ίδιος ο συνθέτης με μια κιθάρα. Η ποίηση ανήκει στο Ναζίμ Χικμέτ και την ελληνική απόδοση επιμελήθηκε ο Γιάννης Ρίτσος.

1984. «Μεγάλες στιγμές» (Minos). Ερμηνεύει η Μαρινέλλα. Περιέχεται το «Παλιό ρολόι» σε μουσική του Μάνου Λοΐζου και στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου σε δεύτερη εκτέλεση.

1984. «Τα μεγάλα τραγούδια» (Minos). Ερμηνεύει ο Σταμάτης Κόκκοτας. Περιέχεται το «Δεν θα ξαναγαπήσω» σε μουσική του Μάνου Λοΐζου και στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου σε δεύτερη εκτέλεση.

1985. «Ο δρόμος του Μάνου 1962 – 1982» (Minos). Ερμηνεύουν οι: Αλέκα Αλιμπέρτη, Νίκος Αντωνιάδης, Μπάμπης Αντωνίου, Δήμητρα Γαλάνη, Λίτσα Διαμάντη, Δημήτρης Ευσταθίου, Γιάννης Καλατζής, Αλέκα Μαβίλη, Μάνος Παπαδάκης, Γιάννης Πουλόπουλος, Ελένη Ροδά και Ζωή Φυτούση.

1985. «Μάνος Λοΐζος: Αφιέρωμα / Ολυμπιακό Στάδιο» (Minos). Η ηχογράφηση της συναυλίας με τραγούδια του Μάνου Λοΐζου το Σεπτέμβριο του 1985 στο Ολυμπιακό Στάδιο. Ερμηνεύουν οι: Γιώργος Νταλάρας, Χάρις Αλεξίου, Δήμητρα Γαλάνη, Γιάννης Καλατζής και Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

1985. «Χάνομαι γιατί ρεμβάζω» (Minos). Ερμηνεύει η Δήμητρα Γαλάνη και συμμετέχει συνοδέυοντάς την το συγκρότημα «Χάνομαι γιατί ρεμβάζω». Οι στίχοι του «Καρτ – Ποστάλ» ανήκουν στον Άκο Δασκαλόπουλο.

1988. «Μάνος Λοΐζος 1» (Minos). Κασετίνα που περιέχει τους δίσκους «Ο σταθμός», «Θαλασσογραφίες», «Νάχαμε, τι νάχαμε», «Καλημέρα ήλιε», «Τα νέγρικα», «Τα τραγούδια του δρόμου» και «Τα τραγούδια μας».

1988. «Μάνος Λοΐζος 2» (Minos). Κασετίνα που περιέχει τους δίσκους «Ευδοκία», «Τα τραγούδια της Χαρούλας», «Για μια μέρα ζωής», «Γράμματα στην αγαπημένη», «Ο δρόμος του Μάνου 1962 – 1982» και «Μάνος Λοΐζος: Αφιέρωμα».

1989. «Μνήμες» (FM).Ο δίσκος περιέχει ορχηστρικές διασκευές των σημαντικότερων τραγουδιών του συνθέτη.

1991. «Η Αλίκη δικτάτωρ» (Lyra). Η μουσική που συνόδευε την ομώνυμη ταινία του Τάκη Βουγιουκλάκη. Ο δίσκος περιέχει πέντε τραγούδια σε μουσική του Μάνου Λοΐζου και στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ερμηνεύουν οι: Αλίκη Βουγιουκλάκη, Λαυρέντης Διανέλλος και Ευαγγελία Σαμιωτάκη.

1992. «Οι μπαλάντες του Μάνου» (Minos). Ερμηνεύει ο ίδιος ο συνθέτης. Οι στίχοι ανήκουν στο Λευτέρη Παπαδόπουλο, στο Γιάννη Νεγρεπόντη, στο Νίκο Γκάτσο, στον Άκο Δασκαλόπουλο, στο Ναζίμ Χικμέτ, στη Κωστούλα Μητροπούλου και στο Μάνο Λοΐζο.

1993. «Roots of Greek music: Manos Loizos» (Μύθος). Ο δίσκος περιέχει ορχηστρικές διασκευές των σημαντικότερων τραγουδιών του συνθέτη.

1993. «Αλίκη μου, Δημήτρη μου» (EMI). Τα τραγούδια που συνόδευαν τις κινηματογραφικές επιτυχίες της Αλίκης Βουγιουκλάκη και του Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Ο δίσκος περιέχει πέντε τραγούδια («Όταν κλαίει ένας άντρας», «Τζαμάικα», «Του βαρκάρη ο γιος», «Ρίξε δώδεκα μαχαίρια», «Ανέβα στο χαγιάτι μου») σε μουσική του Μάνου Λοΐζου και στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου.

1995. «Κάτω από ένα κουνουπίδι» (Μεσόγειος). Παιδικά τραγούδια. Ερμηνεύουν οι: Λουκιανός Κηλαηδόνης, Αφροδίτη Μάνου, Κώστας Θωμαΐδης, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Τάνια Τσανακλίδου, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας και Ελένη Τσαλιγοπούλου. Οι στίχοι ανήκουν στο Γιάννη Νεγρεπόντη. Το «Μεθυσμένο παπί» και το «Κάτω από ένα κουνουπίδι» δεν ηχογραφήθηκαν στο studio. Προτιμήθηκαν οι πρώτες μαγνητοφωνήσεις του συνθέτη με το κασσετόφωνό του.

»Έγειρες στη γη να κοιμηθείς

κι έγινε η καρδιά σου κυπαρίσσι

σου ‘πα θα πεθάνω αν σκοτωθείς

Κι όμως… έχω ζήσει…»

Αντίο φίλε αγέρα μου…. Γεια σου Μανο.

Μια τόσο ακριβή απουσία…

Μάνος Λοΐζος: Χρονολόγιο

22 Οκτωβρίου 1937: Ο Μάνος Λοΐζος γεννιέται στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Είναι το μοναδικό παιδί του Ανδρέα Λοΐζου, παντοπώλη που έχει φτάσει εκεί το 1924 από τους Αγίους Βαβατσινιάς (ένα χωριό της Λάρνακας της Κύπρου), και της Δέσποινας Μανάκη, κόρης γεωπόνου από τη Ρόδο.

1951-1952: Όντας μαθητής του Αβερώφειου Γυμνασίου της Αλεξάνδρειας, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική. Εγγράφεται σε τοπικό Ωδείο. Αρχίζει να μαθαίνει βιολί αλλά καταλήγει στην κιθάρα…

1954: Με συνομήλικους φίλους φτιάχνουν μια μικρή κομπανία που παίζει σε φιλικές και οικογενειακές εκδηλώσεις. Ο πατέρας του τού αγοράζει το πρώτο του πιάνο.

1955: Παίρνοντας το απολυτήριο του Αβερώφειου Γυμνασίου, έρχεται για ανώτερες σπουδές στην Αθήνα. Με τέσσερις φίλους από την Αλεξάνδρεια συγκατοικούν στο Κολωνάκι. Εγγράφεται στη Φαρμακευτική Σχολή.

1956: Εγκαταλείπει την Φαρμακευτική και μπαίνει στην Ανωτάτη Εμπορική.

1957: Οι ιδιόμορφες συνθήκες που διαμορφώνονται στην Αίγυπτο με την κατάληψη της εξουσίας από τον Νάσερ επιβάλλουν τη μόνιμη πια εγκατάστασή του στην Αθήνα. Αρχικά μένει στην Κυψέλη.

1958: Συντροφιά με το φίλο του, επίσης φοιτητή τότε, Φώτη Κωνσταντινίδη, μετακομίζει στη Νέα Σμύρνη. Εκεί αρχίζει να ανακαλύπτει τόσο την Μαρξιστική ιδεολογία όσο και το νέο μουσικό κίνημα που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται με τις πρώτες «παρεμβάσεις» του Μάνου Χατζιδάκι και την ευρύτερη αναγνώριση του ρεμπέτικου.

1960-1961: Παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει την Ανωτάτη Εμπορική. Για να επιβιώσει κάνει διάφορες δουλειές, από γκαρσόνι σε ταβέρνα της Κω μέχρι γραφίστας σε διαφημιστικό γραφείο της πλατείας Κάνιγγος ή διακοσμητής. Φοιτά για λίγο στη Σχολή Βακαλό, αρχίζει να συνθέτει πιο εντατικά και βρίσκεται σε στενή επαφή με τους φοιτητικούς πολιτιστικούς μουσικούς κύκλους της Αριστεράς της εποχής. Στις 30 Δεκεμβρίου 1961 μια ομάδα 83 νέων -Φίλοι της Μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη- θα στείλουν στον Τύπο επιστολή διαμαρτυρίας «δια την άδικον και αντιπνευματικήν στάσιν των Ραδιοφωνικών μας Σταθμών, έναντι των τραγουδιών του, δια του αποκλεισμού από τας εκπομπάς των». Το όνομα Μανώλης Λοΐζου είναι το δεύτερο στη σειρά.

1962: Μέσω μιας κοινής φίλης, έρχεται σε επαφή με τον Μίμη Πλέσσα κι εκείνος μεσολαβεί στην εταιρία Philips, έτσι ώστε να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι. Είναι το «Τραγούδι του δρόμου», ελληνική απόδοση του Νίκου Γκάτσου από ένα ποίημα του Lorca. Τους στίχους έχει «ανακαλύψει» δημοσιευμένους στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης. Τραγουδά ο Γιώργος Μούτσιος. Γίνεται ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής (Σ.Φ.Ε.Μ.) που δημιουργείται τον Απρίλιο με στόχο τη στήριξη του έργου του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και την προβολή νέων δημιουργών. Στις τάξεις του συλλόγου θα βρεθούν πολύ γρήγορα ο Χρήστος Λεοντής, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαρία Φαραντούρη, ο Νότης Μαυρουδής, ο Φώντας Λάδης, ο Μάνος Ελευθερίου και πολλοί άλλοι. Αναλαμβάνει τη διεύθυνση της χορωδίας του Σ.Φ.Ε.Μ. και με αυτή συμμετέχει το καλοκαίρι στις παραστάσεις της μουσικής επιθεώρησης του Μίκη Θεοδωράκη «Όμορφη Πόλη» που ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Πάρκ.

1963: Στις 11 Μαρτίου δίνουν από κοινού με το Χρήστο Λεοντή την πρώτη τους συναυλία στο θέατρο Ακροπόλ. Τα έσοδα της συναυλίας διατίθενται για το Δ΄ Πανσπουδαστικό Συνέδριο. Τη συναυλία προλογίζει ο Μίκης Θεοδωράκης λέγοντας τα καλύτερα λόγια για τους πρωταγωνιστές της. Μάλιστα, τους κάνει… δώρο μια πέτρα που κάποιος εκτόξευσε εναντίον του τον Οκτώβριο του 1961 κατά τη διάρκεια συναυλίας στη Νάουσα. Το καλοκαίρι παίζει κάποια από τα πρώτα του τραγούδια στο πλαίσιο της μουσικής επιθεώρησης «Μαγική Πόλις» που ανέβηκε στο θέατρο Πάρκ σε μουσική των Μίκη Θεοδωράκη και Μάνου Χατζιδάκι.

1964: Εμφανίζεται στην μπουάτ Στοά, στο Κολωνάκι, με τη Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο. Εκεί, κάποιο βράδυ, ένα νεαρό κορίτσι θα του δώσει δυο στίχους που θα παίξουν βασικό ρόλο στην κατοπινή πορεία του. Το κορίτσι είναι η Κωστούλα Μητροπούλου και οι στίχοι προορίζονται για τα τραγούδια «Ο δρόμος» και «Ο στρατιώτης».

1965: Το Μάρτιο παντρεύεται τη Μάρω Λήμνου, τη μετέπειτα συγγραφέα παιδικών βιβλίων, γνωστή ως Μάρω Λοΐζου. Με τη Μάρω έχουν γνωριστεί τρία χρόνια πριν στα παρασκήνια της «Όμορφης Πόλης», συνυπάρχουν στο Σ.Φ.Ε.Μ. και έχουν ήδη γράψει μαζί και κάποια τραγούδια. Δύο από αυτά, το «Νύχτα μικρή αρχόντισσα» και το «Φεγγάρι έρημο» τραγουδά σε δίσκο 45 στροφών ο Γιάννης Πουλόπουλος, εγκαινιάζοντας τη μικρή του συνεργασία με την δισκογραφική εταιρία Lyra του Αλέκου Πατσιφά. Θα ακολουθήσουν -με τον Γιάννη Πουλόπουλο πάλι- τα τραγούδια «Καράβια-Αλήτες» (στίχοι του Φώντα Λάδη), «Μικρός ο κόσμος γύρω μου» (στίχοι του Θανάση Χαμπίπη), «Ο δρόμος» με τη Σούλα Μπιρμπίλη (ένα ακόμα μελοποιημένο ποίημα του Lorca με ελληνικούς στίχους του Νίκου Γκάτσου), «H κιθάρα» και η «Πρωτομαγιά» σε στίχους Μάρως Λήμνου. Γνωρίζει τον Γιάννη Νεγρεπόντη και πάνω σε στίχους του γράφει το «Στρατιώτη», τον «Τρίτο Παγκόσμιο» και αρκετά ακόμα τραγούδια που θα παραμείνουν ανέκδοτα στη δισκογραφία, αλλά θα ακουστούν αρκετά στο πλαίσιο του νεολαιίστικου κινήματος της εποχής. Γράφει μουσική για το έργο του Lorca «Το Σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα» από την Αλέκα Κατσέλη, για τη «Ρέστια» που ανεβάζει η Αλκηστις Γάσπαρη και για το «Ένα Κορίτσι στο Παράθυρο» που ανεβάζει ο Μίμης Φωτόπουλος. Με μουσικές και τραγούδια του γυρίζεται η ταινία «Μπετόβεν και Μπουζούκι» του Ορέστη Λάσκου. Γνωρίζει το Λευτέρη Παπαδόπουλο.

1966: Τον Αύγουστο γεννιέται η κόρη του Μυρσίνη. Κυκλοφορεί από την εταιρία Οdeon, το πρώτο τραγούδι που γράφει πάνω σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου («Αυτό τ’ αγόρι» με την Αλέκα Μαβίλη) και γνωρίζει επιτυχία. Τα δύο επόμενα τραγούδια που γράφουν μαζί και κυκλοφορούν με ερμηνεύτρια τη Ζωή Φυτούση («Σαββατόβραδο» και «Πώς τον αγαπώ») θα περάσουν μάλλον απαρατήρητα. Το Δεκέμβριο, παρουσιάζει για πρώτη φορά σε συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και με τραγουδιστές τη Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο, τον κύκλο τραγουδιών «Τα Νέγρικα» που έχει γράψει πάνω σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη. Είναι η πρώτη απόπειρα συνύπαρξης με τους σύγχρονους διεθνείς νεανικούς ρυθμούς και τα ηλεκτρικά όργανα.

1967: Το τραγούδι «Η δουλειά κάνει τους άντρες», με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, ακούγεται από την Ελένη Ροδά στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Τρούμπα ’67». Το πραξικόπημα ματαιώνει κάποιες συναυλίες που διοργάνωσε η Πανσπουδαστική και στις οποίες επρόκειτο να παρουσιαστούν τα «Νέγρικα». Προκειμένου ν’ αποφύγει τη σύλληψη, εγκαταλείπει την Ελλάδα το Σεπτέμβριο και εγκαθίσταται για ένα εξάμηνο στο Λονδίνο. Εκεί για να ζήσει με την οικογένειά του -που φτάνει λίγο αργότερα- παίζει μπουζούκι σε κυπριακές ταβέρνες.

1968: Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ετοιμάζει μαζί με το Λευτέρη Παπαδόπουλο τον πρώτο του μεγάλο δίσκο. Ο «Σταθμός», που κυκλοφορεί στο τέλος της χρονιάς, εγκαινιάζει την ετικέτα Μinοs για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρίας στην οποία και θα παραμείνει έκτοτε. Παράλληλα, γράφει μουσική και τραγούδια για τις ταινίες του Ντίνου Δημόπουλου «Το Λεβεντόπαιδο» και «Η Νεράιδα και το Παλικάρι».

1969: Με το Λευτέρη Παπαδόπουλο γράφουν μουσική και τραγούδια για το ανέβασμα του μουσικοθεατρικού έργου του Αλκη Παππά «Γη S.O.S.» από τον Αλέκο Αλεξανδράκη.

1970: Κυκλοφορούν οι «Θαλασσογραφίες», δεύτερος μεγάλος δίσκος του, πάλι με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Παράλληλα, ηχογραφεί σκόρπια τραγούδια με τον Στέλιο Καζαντζίδη («Δε θα ξαναγαπήσω», «Όταν βλέπετε να κλαίω») και το Γιάννη Καλατζή («Παραμυθάκι μου», «Τα πλεούμενα»).

1971: Γράφει μουσική για την ταινία του Αλέξη Δαμιανού «Ευδοκία». Το τραγούδι του «Αχ χελιδόνι μου» ηχογραφείται με το Γιώργο Νταλάρα και παράλληλα ακούγεται από τη Λίτσα Σακελλαρίου στην ταινία του Όμηρου Ευστρατιάδη «Η Ιδιωτική μου Ζωή», ενώ το «Μάνα δεν φυτέψαμε» ακούγεται από το Γιάννη Πάριο στην ταινία «Πρόκληση», επίσης του Ό.Ευστρατιάδη. Γράφει μουσική και τραγούδια για την ταινία του Ορέστη Λάσκου «Διακοπές στην Κύπρο».

1972: Κυκλοφορεί ο τρίτος μεγάλος δίσκος του («Να ‘Χαμε τι να ‘Χαμε») σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Με τον Παπαδόπουλο γράφουν παράλληλα και κάποια τραγούδια που δε θα περάσουν από τη λογοκρισία της εποχής («Ο αρχηγός», «Θα κλείσω το παράθυρο»), ενώ με δικούς του στίχους γράφει την «Πρώτη Μαΐου», τον «Τσε» και το «Μέρμηγκα». Γράφει τραγούδια για την ταινία του Τάκη Βουγιουκλάκη «Η Αλίκη Δικτάτωρ». Γίνεται ιδρυτικό στέλεχος της ΕΜΣΕ, του συνδικαλιστικού σωματείου των δημιουργών που θα ξεκινήσει με αφορμή την μεγάλη επέκταση της πειρατείας στο χώρο της δισκογραφίας.

1973: Η συνεργασία του με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου ξεκινάει με ένα τραγούδι που ακούγεται στους τίτλους της ταινίας των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού «Μαύρο-Ασπρο»: «Βγήκαμε κάποτε στο δρόμο κι ήμασταν δυο», τραγουδά η Χάρις Αλεξίου. Η μελωδία θα γίνει αργότερα πασίγνωστη με στίχους του ίδιου και με τίτλο «Καλημέρα ήλιε». Στα πλαίσια των αναζητήσεων του έξω από τις φόρμες του λαϊκού τραγουδιού, αρχίζει τη μελοποίηση ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ, με ελληνική απόδοση του Γιάννη Ρίτσου. Το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου συλλαμβάνεται στο σπίτι του στο Χολαργό και κρατείται δέκα μέρες.

1974: Τον Απρίλιο κυκλοφορεί ο δίσκος «Καλημέρα Ήλιε» με στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου. Μέσα στο ξέφρενο κλίμα της μεταπολίτευσης συμμετέχει σε μεγάλες λαϊκές συναυλίες της εποχής (με αποκορύφωμα τη συναυλία στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού που θα καταγράψει ο Νίκος Κούνδουρος στην ταινία του «Τραγούδια της Φωτιάς») και, στο τέλος του χρόνου, κυκλοφορεί στο δίσκο «Τα Τραγούδια του Δρόμου», με όλα εκείνα τα τραγούδια του που είτε είχαν απαγορευτεί τα προηγούμενα χρόνια είτε δεν τους είχε επιτραπεί η ηχογράφηση από τη λογοκρισία της επταετίας.

1975: Στο τέλος της χρονιάς, εννιά χρόνια μετά την πρώτη τους παρουσίαση σε συναυλίες, κυκλοφορούν για πρώτη φορά στη δισκογραφία τα «Νέγρικα», με στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη.

1976: Τον Οκτώβριο κυκλοφορούν «Τα Τραγούδια μας», ένας κύκλος λαϊκών τραγουδιών με στίχους του Φώντα Λάδη που καταγράφουν με άμεσο λόγο το πολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης. Βρίσκουν θέση σε κάθε κοινωνικοπολιτική διεκδίκηση της εποχής αλλά, την ίδια στιγμή, γνωρίζουν και αρκετούς αποκλεισμούς και απαγορεύσεις από το επίσημο κράτος.

1978: Αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΜΣΕ και πρωτοστατεί στη δημιουργία φορέα είσπραξης πνευματικών δικαιωμάτων. Παντρεύεται την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη.

1979: Τον Ιούνιο κυκλοφορεί ο δίσκος «Τα Τραγούδια της Χαρούλας», με στίχους του Μανώλη Ρασούλη και του Πυθαγόρα, άλμπουμ που σηματοδοτεί την -ύστερα από τόσα χρόνια δημιουργικής πολιτικής στράτευσης- εκ νέου κατεύθυνση του δημιουργού προς ένα «καθημερινό λαϊκό τραγούδι».

1980: Τον Οκτώβριο κυκλοφορεί ο δίσκος «Για μια Μέρα Ζωής» που είναι και ο τελευταίος του. Μέσα από τραγούδια με στίχους διαφόρων στιχουργών επιχειρεί μια προσέγγιση στον ηλεκτρικό ήχο της εποχής.

1981: Τον Μάιο πραγματοποιεί σειρά συναυλιών στο εξωτερικό (Καναδάς, Η.Π.Α., Αγγλία, Σουηδία). Τον Ιούνιο, μαζί με τον Χρήστο Λεοντή και τον Θάνο Μικρούτσικο, ξεκινούν σειρά κοινών συναυλιών ανά την Ελλάδα. Τον Οκτώβριο θα μπει στο Γενικό Κρατικό με περικαρδίτιδα και νεφρική ανεπάρκεια και, στο τέλος του χρόνου, θα ταξιδέψει στη Μόσχα για ιατρικές εξετάσεις.

1982: Στις 8 Ιουνίου θα χτυπηθεί από εγκεφαλικό επεισόδιο. Θα μείνει ένα μήνα στο νοσοκομείο και στις 16 Αυγούστου θα ταξιδέψει εκ νέου στη Μόσχα, προκειμένου να συνεχίσει τη νοσηλεία του. Στις 7 Σεπτεμβρίου θα υποστεί και δεύτερο εγκεφαλικό, το οποίο θα αποβεί μοιραίο. Δέκα μέρες αργότερα (17 Σεπτεμβρίου) θα φύγει για πάντα…

Σεπτέμβρης 1982.

Στο κόκκινο ραδιοφωνάκι της Philips με την κόντρα πλακέ ράχη, οι ήχοι είχαν συντονιστεί στο 2o Πρόγραμμα.

Το κόκκινο ραδιοφωνάκι βρισκόταν ακουμπισμένο στο γραφείο που είχε φτιάξει ο παππούς μου, με την μεγαλειώδη του καλοσύνη: ένα γραφείο

σαν μακρόστενο τραπέζι με 4 ανοιχτά συρτάρια δίπλα-δίπλα: ένα για κάθε ένα από τα εγγόνια του, για να διαβάζουν.

Στο κόκκινο ραδιοφωνάκι ακουγόταν το Τσε του Λοϊζου.

Το κόκκινο ραδιοφωνάκι μας έκανε παρέα τις ατελείωτες στιγμές που φτιάχναμε φασόν στο σπίτι κόκκινα πλαστικά αυγά με ένα κίτρινο πουλάκι που πέταγε η μύτη του.

Στο κόκκινο ραδιοφωνάκι τα τραγούδια περιείχαν μέσα τους την επανάσταση των συναισθημάτων.

Το κόκκινο ραδιοφωνάκι μόλις είχε αναγγείλει την είδηση του θανάτου του Μάνου, σε κείνο το μοιραίο τραγούδι στη Μόσχα.

Τα μάτια του μικρού Κωνσταντίνου προσηλώθηκαν στο κόκκινο ραδιοφωνάκι, που έμοιαζε να λιώνει στους στίχους: «αχ αυτή η Ανοιξη με ματώνει».

Το κόκκινο ραδιοφωνάκι που μάτωνε κάθε φορά στο άκουσμα του Τσε.

20 τόσα χρόνια μετά, ξανακούγοντας το τραγούδι Τσε του Μάνου Λοϊζου, διαπιστώνω πως μέσα του υπάρχει το κόκκινο κύτταρο μιας πεποίθησης που μπορεί να λέγεται σοσιαλισμός, μπορεί να λέγεται κομμουνισμός, μπορεί να λέγεται οτιδήποτε, αλλά κυρίως λέγεται πίστη στην ισότητα του ανθρώπου.

Τις κόκκινες στιγμές που άκουγα το Τσε του Μάνου καταλάβαινα πως μέσα μου ωσμωνόταν μια μεγάλη συγκίνηση ενός ιδεαλισμού.

Εγώ, που σχεδόν αγνοώ την όλη ιστορία της Κούβας, ακόμη και την ιστορία του Τσε, αγάπησα το Τσε του Λοϊζου με μιαν αγάπη ανεξίτηλη.

20 χρόνια τόσα μετά δακρύζω ακούγοντας την σαν να μιλά με ματωμένα λόγια φωνή του και καταλαβαίνω.

Ήταν οι στιγμές οι δύσκολες της δεκαετίας του 80.

Ήταν μια αίσθηση απώλειας.

Ήταν ο αγώνας για ζωή, που έβλεπα στη μητέρα μου, στον παππού μου, σε μας.

Ήταν εκείνο το γραφείο με τα ανοιχτά συρτάρια.

Το κόκκινο ραδιοφωνάκι με την κόντρα πλακέ ράχη μετέδιδε το Τσε (Γκουεβάρα).

Ο Μάνος Λοϊζος τέντωνε τη φωνή του δίπλα στη χορωδία.

Σκεφτόμουν τις φωτογραφίες του με το τσιγάρο…

Σκεφτόμουν τη φωτογραφία του πατέρα μου με το τσιγάρο…

Αχ, αυτή η άνοιξη με ματώνει…

Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα

Μια φωτογραφία σου απ’ τα ξένα

Απ’ αυτές που κρατάν οι φοιτητές

Απ’ αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές

Απ’ αυτές που κρεμάν οι φοιτητές

Στην καρδία τους

Τσε Γκεβάρα

Τσε Γκεβάρα

Τσε-ε-ε-ε-ε-ε, ε-ε-ε-ε-ε

Τσε Γκεβάρα

Κλείσε το παράθυρο

Σφάλισε τις πόρτες

Τρέμω για τον άνθρωπο

Με τις μπότες

Τι ζητά και στους ίσκιους περπατά

Τι ζητά και για σένανε ρωτά

Τι ζητά και το σπίτι μας κοιτά

Κάθε βράδυ

Τσε Γκεβάρα

Τσε Γκεβάρα

Τσε-ε-ε-ε-ε-ε, ε-ε-ε-ε-ε

Τσε Γκεβάρα

Τόσα τριαντάφυλλα

Τα ‘καψε το χιόνι

Αχ αυτή η άνοιξη

Με ματώνει

Όλα σε θυμίζουν

Όλα σε θυμίζουν, απλά κι αγαπημένα

πράγματα δικά σου, καθημερινά

Σα να περιμένουν και αυτά μαζί με μένα

να ’ρθεις κι ας χαράξει για στερνή φορά

Όλη μας η αγάπη την κάμαρα γεμίζει

σαν ένα τραγούδι που λέγαμε κι οι δυο

Πρόσωπα και λόγια και τ’ όνειρο που τρίζει

σαν θα ξημερώσει τι θα ’ναι αληθινό

Όλα σε θυμίζουν…

Όλα σε θυμίζουν, κι οι πιο καλοί μας φίλοι

άλλος στην ταβέρνα, άλλος σινεμά

Μόνη μου διαβάζω, το γράμμα που ’χες στείλει

πριν να φιληθούμε πρώτη μας φορά

Όλη μας η αγάπη…

Όλα σε θυμίζουν…

Ακορντεόν

Στίχοι: Γιάννης Νεγρεπόντης

Μουσική: Μάνος Λοΐζος

Πρώτη εκτέλεση: Μάνος Λοΐζος

Άλλες ερμηνείες: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Στην γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο

που ήξερε και έπαιζε τ’ ακορντεόν

όταν τραγούδαγε φτυστός ήταν ο ήλιος

φωτιές στα χέρια του άναβε τ’ ακορντεόν

Μα ένα βράδυ σκοτεινό σαν όλα τ’ άλλα

κράταγε τσίλιες παίζοντας ακορντεόν

φασιστικά καμιόνια στάθηκαν στη μάντρα

και μια ριπή σταμάτησε τ’ ακορντεόν

Τ’ αρχινισμένο σύνθημα πάντα μου μένει

όποτε ακούω από τότε ακορντεόν

κι έχει σαν στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει

δε θα περάσει ο φασισμός

Κι αν είμαι rock

Στίχοι: Δώρα Σιτζάνη

Μουσική: Μάνος Λοΐζος

Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Κι αν είμαι rock μη με φοβάσαι

έγινα κιόλας τριάντα χρονώ

νύχτες αγρύπνιας να με θυμάσαι

anafranil και triptizol.

Μη με φοβάσαι μη με φοβάσαι

νύχτες αγρύπνιας να με θυμάσαι

μη με φοβάσαι μη με φοβάσαι

κι αν είμαι rock μη με φοβάσαι.

Μαύρο πουλί τσακισμένο στους τοίχους

εγώ είμαι εσύ κι αν είμαι rock

τρέμω τους ξένους φοβάμαι τους φίλους

καράβια δεμένα σ’ έρημα ντοκ.

Που λέτε φίλοι εγώ το βρίσκω

νά ‘ναι πολύ πολιτικό

νά ‘μαι πουλί μαύρο στους τοίχους

κι όχι καράβι σ’ έρημα ντοκ.

Κι αν με ρημάξανε χίλια νυστέρια

μ’ ένα φτερό τρελό μοναδικό

στου Victor Jara πετάω τ’ αστέρια

μες στ’ αεράκι το ξωτικό.

Σ’ ακολουθώ

Στίχοι: Μάνος Λοΐζος

Μουσική: Μάνος Λοΐζος

Πρώτη εκτέλεση: Μάνος Λοΐζος

Άλλες ερμηνείες: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Σ’ ακολουθώ στην τσέπη σου γλιστράω

σαν διφραγκάκι τόσο δα μικρό

Σ’ ακολουθώ και ξέρω πως χωράω

μες στο λακάκι που ‘χεις στο λαιμό

Έλα κράτησέ με και περπάτησέ με

μες στο μαγικό σου το βυθό

πάρε με μαζί σου στο βαθύ φιλί σου

μη μ’ αφήνεις μόνο θα χαθώ

Σ’ ακολουθώ και πάνω σου κολλάω

σαν φανελάκι καλοκαιρινό

Σ’ ακολουθώ σ’αγγίζω και πονάω

κλείνω τα μάτια και σ’ ακολουθώ …

>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

Ο Μάνος Λοΐζος ήταν Έλληνας μουσικός, συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 1937 στην Αλεξάνδρεια και πέθανε σε νοσοκομείο στη Μόσχα, στις 17 Σεπτεμβρίου 1982.

Εχει κυπριακή καταγωγή (ο πατέρας του, Ανδρέας Λοΐζου, καταγόταν και ήταν κάτοικος των Αγίων Βαβατσινιάς -χωριό της Λάρνακας Κύπρου- και η μητέρα του, Δέσποινα Μανάκη, καταγόταν από τη Ρόδο). Το σπίτι στο οποίο έζησε ο πατέρας του υπάρχει ακόμη, η δε Κοινότητα του χωριού θέλοντας να τιμήσει τον μεγάλο αυτό μουσικοσυνθέτη, ανέγειρε στην είσοδο του χωριού ένα σεμνό μνημείο, στη μνήμη του, όπου αναγράφονται τα εξής: «Μάνος Λoΐζος 1937- 1982, μουσικοσυνθέτης,καταγωγή Αγίοι Βαβατσινιάς».

Ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και αγωνίστηκε για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης. Τα τραγούδια του λιτά και έντεχνα, συνδέθηκαν άμεσα με τις λαϊκές μάζες. Πολιτικά στρατευμένος καλλιτέχνης στα χρόνια της Χούντας και της μεταπολίτευσης, ακολούθησε την ποιότητα στο ελληνικό τραγούδι που χάραξαν ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις.

Συνεργάστηκε με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Φώντα Λάδη και τον Γιάννη Νεγρεπόντη στους στίχους. Τελευταίος δίσκος του ήταν τα «Γράμματα στην Αγαπημένη» σε στίχους του Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ με απόδοση στα ελληνικά του Γιάννη Ρίτσου.

To 2007 χαρακτηρίστηκε από τον μουσικό χώρο, ως έτος Μάνου Λοϊζου, λόγω των εβδομήντα χρόνων από τη γέννηση του και 25 χρόνων από το θάνατο του.

Δισκογραφία

  • 1968 Ο σταθμός (ΜΙΝΟS)
  • 1970 Θαλασσογραφίες (ΜΙΝΟS)
  • 1971 Ευδοκία (ΜΙΝΟS)
  • 1972 Να ‘χαμε τι να ‘χαμε… (ΜΙΝΟS)
  • 1974 Τραγούδια του δρόμου (ΜΙΝΟS)
  • 1974 Καλημέρα ήλιε (ΜΙΝΟS)
  • 1975 Τα νέγρικα (ΜΙΝΟS)
  • 1976 Τα τραγούδια μας (ΜΙΝΟS)
  • 1979 Πρώτες εκτελέσεις (ΜΙΝΟS)
  • 1979 Τα τραγούδια της Χαρούλας (ΜΙΝΟS)
  • 1980 Για μια μέρα ζωής (ΜΙΝΟS)
  • 1983 Γράμματα στην αγαπημένη (ΜΙΝΟS)
  • 1985 Ο δρόμος του Μάνου (ΜΙΝΟS)
  • 1985 Αφιέρωμα από το Ολυμπιακό στάδιο
  • 1992 Οι μπαλάντες του Μάνου (ΜΙΝΟS)
  • 1995 Κάτω από ένα κουνουπίδι (Μεσόγειος)
  • 1997 Ενθύμιο Τρυφερότητας
  • 2002 Εκτός Σειράς. Σαράντα σκόρπιες ηχογραφήσεις
  • 2003 Τα τραγούδια του Σεβάχ

……………………….

Σαράντα χρόνια έχουν περάσει από το θάνατο του Αργεντίνου Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα. Μαζί με τον Φιντέλ Κάστρο, ο γιατρός που ταξίδεψε για να δει ιδίοις όμμασιν τις «πληγές» της Λατινικής Αμερικής, ανέτρεψε στην Κούβα το δικτατορικό καθεστώς του Φουλχένσιο Μπατίστα, στις 26 Ιουλίου του 1959.

Η ΕΙΚΟΝΑ του Τσε Γκεβάρα συντίθεται από σημαίνοντα και σημαινόμενα που ερμηνεύονται ποικιλοτρόπως από πολιτικούς επιστήμονες, κυβερνήσεις, μέσα μαζικής ενημέρωσης και…«εν δυνάμει» επαναστάτες.

Ωστόσο, το πολιτικό γίγνεσθαι στη Λατινική Αμερική έχει αλλάξει από την εποχή που ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα συνέτασσε εγχειρίδια ανταρτοπόλεμου καταγράφοντας μεθόδους ανατροπής των δικτατορικών καθεστώτων και διακηρύσσοντας μια δικαιότερη αναδιανομή του γεωργικού πλούτου.

Οι περισσότεροι ηγέτες των χωρών της Λατινικής Αμερικής αποτίουν φόρο τιμής στον Αργεντίνο επαναστάτη και στέκονται με δέος απέναντι στη ρομαντική και παγκοσμίως διάσημη φιγούρα του.

>>>>>σενέχεια …

Ωστόσο, καθώς φαίνεται, οι περισσότεροι έχουν αφαιρέσει από την πολιτική κουλτούρα τους τον διαλεκτικό υλισμό του Έγκελς και του Μαρξ και της σύγκρουσης των τάξεων, θεωρία που επηρέασε βαθιά τον Τσε Γκεβάρα.

Ο πρόεδρος της Βολιβίας, Εβο Μοράλες, έχει τοποθετήσει στον τοίχο του προεδρικού μεγάρου ένα μεγάλο πίνακα του Αργεντίνου επαναστάτη. «Αποτελεί ακόμα ένα σύμβολο απελευθέρωσης, ανεξαρτησίας και πάνω απ’ όλα δικαοσύνης και ισότητας» λέει χαρακτηριστικά ο Μοράλες. Ωστόσο, δεν κρύβεται πίσω από τις λέξεις όταν ερωτάται για την κληρονομιά του Τσε Γκεβάρα. «Στη δεκαετία του ’60 και του ’70 οι άνθρωποι έκαναν ένοπλο αγώνα για να αλλάξουν ένα μοντέλο εξουσίας και να φέρουν τη δικαιοσύνη και την ισότητα. Τώρα οι καιροί είναι διαφορετικοί».

Ο πρόεδρος Ραφαέλ Κορέα του Εκουαδόρ, αν και δημοσίως αφιερώνει τραγούδια στον Τσε Γκεβάρα δηλώνει πως ο κομαντάντε είναι μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της Λατινο – αμερικανικής Ιστορίας. Ωστόσο, δεν τον απασχολούν έννοιες όπως ο διαλεκτικός υλισμός και επιπλέον δεν πιστεύει στη σύγκρουση των τάξεων. «Πιστεύουμε ότι η αλλαγή μπορεί να επέλθει μέσα από τις υπάρχουσες δομές με δημοκρατικά μέσα», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ουγκο Τσάβες έπειτα από τις συνεχείς κρατικοποιήσεις των μεγάλων εταιρειών της χώρας, αποδέχεται τον αγώνα του Τσε Γκεβάρα αν και ονόμασε τη δική του «σοσιαλιστική» επανάσταση μετά του ονόματος του Σιμόν Μπολιβάρ, απελευθερωτή της Νότιας Αμερικής τον 19ο αιώνα.

Στη Βραζιλία πρόσφατα γράφτηκε ένα άρθρο σε γνωστό εβδομαδιαίο φύλλο, επικριτικό για την πολιτική κουλτούρα του Τσε Γκεβάρα. Το άρθρο έφερε τον τίτλο «Τσε – Η Φάρσα του Ήρωα». Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και μια βιογραφία που εκδόθηκε υπό τον τίτλο «Το κρυμμένο πρόσωπο του Τσε». Ο Αργεντίνος εμφανίζεται ως ψυχρός δολοφόνος που ηγείται μιας «εξαγνιστικής συνωμοσίας», έπειτα από την κατάληψη της Αβάνας μαζί με τον Φιντέλ Κάστρο.

O Κάστρο και ο Πράντο θυμούνται…

Πρόσφατα, ο Φιντέλ Κάστρο σε συνέντευξη του επέμενε ότι ο Τσε Γκεβάρα δεν θα είχε αιχμαλωτιστεί εάν το όπλο του λειτουργούσε καλά. Θέλοντας να δώσει μια μυθική διάσταση στον θάνατο του Αργεντίνου επαναστάτη δήλωσε ότι «ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να είχε πιαστεί αιχμάλωτος εφόσον το όπλο του λειτουργούσε».

Ο Κάστρο μιλώντας στον Ιγκνάσιο Ραμονέ, μια από τις μεγαλύτερες μορφές της παγκόσμιας δημοσιογραφίας, αφηγείται: «Πληγωμένος και χωρίς όπλο για υπεράσπιση οι φύλακες τον έσυραν με ευκολία στο κοντινότερο χωριό» και συνεχίζει: «είχαν την εντύπωση ότι με το να τον σκοτώσουν θα τον έπαυαν σαν μαχητή; Σήμερα βρίσκεται παντού, σε κάθε μέρος που υπάρχει κάποιο δίκαιος λόγος που χρειάζεται υπεράσπιση».

Από την άλλη μεριά, ο Βολιβιανός στρατηγός Γκάρι Πράντο, ο επικεφαλής της αποστολής για τη σύλληψη του Τσε Γκεβάρα δίνει μια άλλη διάσταση στις ύστατες στιγμές του επαναστάτη. «Θλιμμένος, βρώμικος, πεινασμένος και ντυμένος με κουρέλια, πέταξε στο έδαφος το όπλο και παραδόθηκε» σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Πράντο και συνεχίζει: «Δεν έμοιαζε επ’ουδενί με το μύθο του ήρωα αντάρτη που τον συνόδευε μέχρι τότε και σίγουρα δεν ήταν κάποιος που θα μπορούσε να τρομοκρατήσει κάποιον».

Μια διακριτή επαναστατική θεωρία

Το 1960, ένα χρόνο μετά την ανατροπή του Μπατίστα και την τελική επικράτηση των ανταρτών στην πρωτεύουσα Αβάνα, ο Γκεβάρα έγραψε μια εκτενή εργασία με τον τίτλο «Guerilla Warfare». Εκεί παρουσίαζε τις αρχές, βάσει των οποίων κάθε κράτος στη Λατινική Αμερική θα μπορούσε με επιτυχία να διαπράξει αντάρτικο εναντίον των καταπιεστικών καθεστώτων της εποχής.

Η πρώτη αρχή, επηρεασμένη από την επιτυχημένη ανατροπή του Μπατίστα, διακήρυσσει τη νίκη των λαϊκών δυνάμεων εναντίον ενός συντεταγμένου στρατού. Ωστόσο, η νοηματοδότηση και περαιτέρω αξιολόγηση των δύο άλλων αρχών ήταν η εκκίνηση για τη δημιουργία μιας ξεχωριστής επαναστατικής θεωρίας (foco theory). O Γκεβάρα, επηρεασμένος από την ανάγνωση της Μαρξιστικής θεωρίας και της επανάστασης του προλεταριάτου εναντίον των κεφαλαιούχων και της αστικής τάξης, θεώρησε τη φυσική εξέλιξη της συλλογικής εργατικής συνείδησης χρονοβόρα και κατά τι ηττοπαθή. Η άποψη του αναφερόταν στην ταχύτατη και άμεση οργάνωση αντάρτικων ομάδων που θα επιτίθεντο στα καταπιεστικά καθεστώτα. Έτσι θα προκαλούσε την αντίδραση, την αντεπίθεση και τη σκλήρυνση των καταπιεστικών μηχανισμών του καθεστώτος, οδηγώντας το στην πλήρη αποκάλυψη της αντιδημοκρατικότητας του.

Η Λατινο – αμερικανική πολιτική σφαίρα στην εποχή του Τσε Γκεβάρα ευνοούσε τις άνωθεν αρχές παράλληλα με τη ριζική αγροτική μεταρρύθμιση που υποσχόταν το αντάρτικο της εποχής. Η εκμετάλλευση της γης από τους λίγους, με τις ευχές των επικεφαλής κυβερνήσεων ήταν ένα ισχυρό ερέθισμα για τη συμπαράταξη των αγροτών στον ένοπλο αγώνα. Η γνωστοποίηση της επανάστασης κατ’αυτόν τον τρόπο και η δημιουργία επαναστατικών ιδανικών, ισχυριζόταν ο Τσε Γκεβάρα, ήταν ο ορθός δρόμος για την επιβολή της νέας κατάστασης.

Η πολιτική του κουλτούρα και διανόηση ωστόσο, τον οδήγησαν να παραδεχτεί ότι το αντάρτικο δεν είναι πάντα η πανάκεια λύση για την αλλαγή. Όταν μια κυβέρνηση είναι δημοκρατικά εκλεγμένη και έχει αφήσει χώρο στην έκφραση διαφορετικών πολιτικών απόψεων, η ένοπλη επανάσταση δεν εμπνέεται με ευκολία. Αντιθέτως, η ειρηνική δράση και αντίσταση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως «όπλο» για την επιθυμητή αλλαγή.

40 χρόνια μετά

Έπειτα από 40 χρόνια η επέτειος από το θάνατο του Τσε Γκεβάρα γιορτάζεται στη Βολιβία με οπαδούς του να συγκεντρώνονται στη ζούγκλα της La Higuera εκεί όπου συνελήφθη και δολοφονήθηκε. Στη μητέρα – πατρίδα του την Αργεντινή καθώς και στη Βενεζουέλα φεστιβάλ μουσικής και τέχνης γίνονται προς τιμήν του.

Οι ίδιες δραστηριότητες λαμβάνουν χώρα και στην Κούβα όπου περίπου 1500 άνθρωποι παίζουν το αγαπημένο του παιχνίδι, το σκάκι. Εάν ο Τσε Γκεβάρα ζούσε σήμερα θα ήταν 79 χρονών. Το μάρκετινγκ που περιστρέφεται γύρω από το όνομά του με τα μπλουζάκια και τις κονκάρδες να πωλούνται σωρηδόν επιβεβαιώνει τις ανησυχίες του για την επιβολή του καπιταλισμού σε όλους τους τομείς της κοινωνικής σφαίρας. Στoυς ακόλουθους διαδικτυακούς τόπους http://www.cheguevarasite.de/, http://www.che-lives.com καθώς και σε πολλά μαγαζιά ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα δεν έχει πια όπλα τις ιδέες του και το πυροβόλο του για να ανατρέψει τυραννικά καθεστώτα. Έχει μετουσιωθεί σ’ένα προϊόν που πουλάει. Έχει κεφαλαιοποιηθεί από την κυρίαρχη ιδεολογία του καπιταλισμού ο οποίος εξελίσσει το πλαίσιο ανταλλαγής προϊόντων παρά των ιδεών.

Ο ίδιος ο Τσε άλλωστε, όπως μαρτυρεί ο Έλληνας ιστορικός Ν. Ψυρούκης, είχε ήδη αντιληφθεί ότι πενήντα χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση η συνείδηση των Ρώσων παρέμενε καπιταλιστική…

Χρονολόγιο

Ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα γεννήθηκε στην πόλη Ροσάριο της Αργεντινής, γόνος οικογένειας που ανήκε στην ολιγαρχία της εποχής. Με ισπανικές και ιρλανδικές καταβολές, η οικογένειά του δεν είχε πρόβλημα στο να έρχεται σε επαφή με τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, προκαλώντας έτσι την αστική τάξη.

Το 1948 γράφτηκε στην ιατρική σχολή του Μπουένος Αϊρες, χωρίς όμως να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού

Μετά την αποφοίτηση του ο Τσε Γκεβάρα ταξίδεψε στη Γουατεμάλα με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς όπως η Βολιβία, το Περού, ο Παναμάς, η Κόστα Ρίκα, η Νικαράγουα και το Ελ Σαλβαδόρ.

Κάπου μεταξύ του 1954 και 1955 γνωρίστηκε με την Περουβιανή οικονομολόγο Ιλδα Γκαδέα. Η επαφή τους άνοιξε στον Τσε Γκεβάρα το δρόμο για επαφές με ένα ευρύ κύκλο εξόριστων και αριστερών διανοουμένων.

Το καλοκαίρι του 1955 η συνάντηση με τον Kάστρο είναι καταλυτική για τη μετέπειτα πορεία του κινήματος της 26ης Ιουλίου. Ο Αργεντίνος είδε στο πρόσωπο του Κάστρο έναν ηγέτη που θα μπορούσε να στηρίξει την Κουβανική επανάσταση.

1958. Η κατάληψη της Σάντα Κλάρα έπειτα από δύο χρόνια ανταρτοπόλεμου στην οροσειρά Σιέρα Μαέστρα ενάντια στο δικτάτορα Μπατίστα, ήταν ένα κομβικό σημείο για τον Τσε Γκεβάρα και την επανάσταση.

1η Ιανουαρίου 1959 και ο Μπατίστα αποχωρεί από την Αβάνα προς τη Δομινικανή Δημοκρατία. Ο Τσε Γκεβάρα αναλαμβάνει να εξετάσει τις εφέσεις των δύο επαναστατικών δικαστηρίων που λειτουργούσαν δικάζοντας στρατιωτικούς, αστυνομικούς και πολίτες.

Στις 7 Οκτωβρίου του 1959 ο Κάστρο του αναθέτει την αρχηγία του Τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης καθώς και του Τμήματος Εκπαίδευσης των Ενόπλων Δυνάμεων.

Στις 23 Φεβρουαρίου του 1961 διορίζεται Υπουργός Βιομηχανίας της Κούβας για να οργανώσει τις βιομηχανικές μονάδες και το κύμα κρατικοποιήσεων που έχει επέλθει στη χώρα. Έχει ήδη συναντηθεί με τον Χρουτσώφ στη Μόσχα και με τον Μάο Τσε- Τουνγκ στο Πεκίνο και έχει συμφωνήσει σε τιμή υψηλότερη από τις τιμές της αγοράς την εξαγωγή 4 εκατομμυρίων τόνων ζάχαρης.

Το 1961, κατά τη διάρκεια της αμερικανικής εισβολής του Κόλπου των Χοίρων τίθεται επικεφαλής των κουβανικών στρατευμάτων στην επαρχία Πινάρ ντελ Ρίο. Το στράτευμα του παρέμεινε ανενεργό αλλά πέτυχε με αντιπερισπασμό να αποπροσανατολίσει τις αμερικανικές δυνάμεις. Η κουβανική πολιτοφυλακή και αεροπορία αντιστάθηκαν επιτυχώς στην αμερικανική εισβολή.

11 Δεκεμβρίου 1964. Η ομιλία του στη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών χαρακτηρίζεται από τη διαμαρτυρία του εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών και τις λατινοαμερικανικές δικτατορίες που αυτές υποθάλπτουν.

1η Απριλίου 1964 και ο Τσε Γκεβάρα αποχωρεί από την Κούβα λόγω διαφωνιών με την οικονομική πολιτική του Κάστρο.

Επόμενος σταθμός το Κογκό όπου ο Τσε Γκεβάρα είδε την Αφρική ως τον αδύναμο κρίκο του ιμπεριαλισμού. Ωστόσο, η αδυναμία σύνταξης των Κογκολέζικων δυνάμεων τον οδηγεί σε απογοήτευση και αποτυχία της επανάστασης.

Κύκνειο άσμα για τον Αργεντίνο επαναστάτη στην Βολιβία. Χωρίς την υποστήριξη του κομμουνιστικού κόμματος της Βολιβίας και με την CIA να τον παρακολουθεί, ο Τσε συλλαμβάνεται και σκοτώνεται στις 9 Οκτωβρίου του 1967 από τον υπαξιωματικό του βολιβιανού στρατού, Μάριο Τεράν.

http://www.kathimerini.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s